<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d8823282\x26blogName\x3d%CE%97+%CE%9A%CE%9F%CE%A5%CE%A1%CE%9F%CE%A5%CE%9D%CE%91\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://kourouna.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del_GR\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://kourouna.blogspot.com/\x26vt\x3d5161785943150307702', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Ο Ηλίας (όχι του 16ου, ο δικός μας) κάνει πάρτι

Τρίτη, Μαρτίου 29, 2005


Ε, ναι, είναι γεγονός: ο Ηλίας Ταμπακέας (κατά μπλογκοκόσμον ETC) κλείνει τα 50. Και όπως όλα τα κοσμοϊστορικά γεγονότα έτσι κι αυτό πρέπει να εορταστεί δεόντως. Μας καλεί λοιπόν σε πάρτι που διοργανώνει στο μπλογκ του την Πέμπτη, 31 Μαρτίου, ημέρα των γενεθλίων του. Όσοι καλοί προσέλθετε -με δώρο, έτσι;

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Άλλαξε ο Μανωλιός...

Κυριακή, Μαρτίου 27, 2005
Μια και μπήκε η άνοιξη είπα να περάσω ένα βάψιμο την Κουρούνα, να την ανανεώσω. Θα μου λείψει το φοβερό πτηνό με την τσαχπινιά στο μάτι, αλλά τι τα θες... δεν γίνεται ομελέτα χωρίς να σπάσεις μερικά αβγά. Χίλια ευχαριστώ στη DiS για την έμπνευση του template -υποχώρηση έκανε μόνο στα γαϊδουρογράμματα που ζήτησα και στο "τρελό" κείμενο-, κι άλλα τόσα στη Θεά του Προγραμματισμού για το τεχνικό μέρος της υπόθεσης.


buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Φουσκοδεντριές!

Τετάρτη, Μαρτίου 23, 2005
Τώρα τελευταία στην ελληνική μπλογκόσφαιρα υπάρχει διάχυτος έντονος ερωτισμός. "Θα σας γαμήσω όλους", "Γαμιέστε", "Άντε γαμήσου", "Τον παίρνεις", "Δεν τον παίρνω", είναι οι φράσεις που εκτοξεύονται συχνά-πυκνά από τις πένες αρθρογράφων και σχολιαστών. Μας έπιασε για τα καλά η άνοιξη! Σκέφτηκα λοιπόν να βοηθήσω την κατάσταση. Ακολουθεί απόσπασμα από βιβλίο που μου δάνεισε αυτές τις μέρες μια φίλη και το οποίο σας συμβουλεύω να αγοράσετε πάραυτα. Η ανάγνωσή του θα μας βοηθήσει -αν μη τι άλλο- να απολαύσουμε το οργιάκι που βλέπω να οργανώνεται σύντομα.


Βιβλίον καλούμενον
Ε ρ ω τ ι κ ό ν

Εις το οποίον
Περιέχονται ερμηνείες θαυμασιώτατες
Περί της φύσεως των ερωτικών σωμάτων και των αιδοίων
Περί των αφροδισιακών στάσεων, λόγων και ενυπνίων
Και έτερα όμοια:
Και εξόχως πώς να κυβερνάται πάσα ένας
Εις την θλίψιν του αποχωρισμού.
Έτι δε φάρμακα ερωτικά και φίλτρα
Αμή και αρές και μαγγανείες πρακτικώτατες

συντεθέν παρά
ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΙΑΤΡΟΜΑΝΩΛΑΚΗ
του Κρητός

(εκ του τυπογραφείου του "Κέδρου")


6. Περί γυναικείων ειδών και πώς να μη βλάπτεσαι κατά τες συνουσίες των

Καθ' α έχουσι παρατηρήσει οι παλαιοί, τα είδη των γυναικών από την άποψιν της μορφής και του σχήματος των αιδοίων των είναι ε', αμή το γένος των ανδρών ετελειώθη μονότονον και αφελές. Όθεν καλόν είναι να σπουδάσης τα θήλεια είδη και θέλεις πάνυ ωφεληθή.

Ορίζουσι γουν οι παλαιοί τα πέντε γυναικεία φύλα ως εξής: τρία κατά τα θηλαστικά ζώα, ήτοι γυνή γαλοειδής, γυνή λαγωειδής και γυνή ιπποειδής, και έτερα δύο κατά τα είδη των εντόμων και των πτηνών, ήτοι γυνή αραχνοειδής και γυνή περιστερώδης. Και τούτο φαίνεται εκ του αιδοίου: Η γαλοειδής έχει αιδοία ωραία, πολύφυλλα, ικανά εις μέγεθος και πάνυ αρεστά και νόστιμα εις οσμήν και απόγευσιν, υγρότατα και συμφυή με το όλον του σώματος. Και το χάρισμά των είναι ότι προτού αγκιταριστούν και λάμψουν, φαίνονται ολίγον εντροπαλά και συνεσταλμένα, αμή άμα αφορμισθούν, ξεσκεπάζονται καλά και φωσφορίζουν, ώσπερ τα ονύχια της γαλής. Και εδώ το κινδυνώδες. Διό, όταν έρθης εισέ τούτην την πηγήν, οδοιπόρε, λάβε πρόνοιαν ποσώς να μη χαλάσης και θολώσης το ύδωρ, αλλ' απεναντίας κάμνε το να έβγη και να ρεύση πολύ και χαρωπόν διά να σε δροσίση. Πέσον λοιπόν μπρούμυτα κατά την τάξιν του πελεγρίνου, σκύψον καλά, όμωσε και ασπάσου τα γεννητικά αλλά μήδε βατεύσης μήδε βηλεύσης. Ανάμενε να έβγουν και να έμβουν τα γεννητικά της κατά βούλησιν και λάβε αμέντες πότε αληθεύουσιν πραγματικώς και όχι απατηλώς και τότες πιάσέ τα σφικτότατα. Και αν μείνουν έτζι, σημείον καθαρόν ότι ήρθε η δέσποινά σου από στάσιν φάσματος εις στάσιν πράγματος και ότι θα έχης ένωσιν σαρκός και όχι ιδέαν συνουσίας. Τότε, και μετά παρέλευσιν ώρας πολλής, βίνευσε στακάτο και θεράπευσε ούτως τα πράγματα και τόσον συμφερτικά χειρονόμησε την ουσίαν, ώστε να οικονομήσης στάσες και σχήματα τουλάχιστον θ'. Διότι ετούτο αποζητά το πολύφυλλον του ευνίου και το απομυζητικόν του.

Η λαγωειδής γυνή απεικάζει τω λαγωώ, όπου έχει αμέ κρύβει και όπου υπάρχει πλην μυστικώς και κρύφα αναλαμβάνεται. Και τα αιδοία εκείνης ένι πολύφυλλα και άγαν μυρωδικά, αμή τα έσω χείλεα ωοκέλυφα και εύθραυστα, διό λάβε πρόνοιαν κατά την αφήν και την βήλευσιν. Και απείτις το χάρισμά της είναι ότι εξ αρχής δείχνει φανερά τα αιδοία αλλά τα κρύβει και τα κουκουλώνει ιν προγκρέσσο (ήγουν προνοεί από τρόμον φυσικόν), μέλλεις να κινδυνεύσεις να ματαιωθής και να κρυώσεις μεσόστρατα. Όθεν σιργούλεψέ την πρώτον ώρας στ΄ και ειπέ της πολλά (ψεύδη ως αληθή και αληθή ως ψεύδη) και έβγαλέ την πρώτον το Καλό Νερό από μέσα της να ξεθολώση άφοβα και είτα πίασε το κλειδάκιόν της και στρίψε το αργά, άνω και κάτω, ώσπου να ξεκλειδώση απατόν του (και όχι στανικώς). Μετά ανασύρσου εις την στάσιν του ευσχήμονος και του γονυπετούς και ειπέ τα λόγια "Λάβε και Λάβε και Λαβή" και νανάρισέ την όπως η μάνα της, παρ' αμασχάλην, ντέστρο ε σινίστρο, και πάρε την καλά και αδιάκριτα, ως να καμνύση οριστικά και ανοιχθούνε κατάφαρδα τα φυλλαράκια της. Χρειαζούμενες στάσες τουλάχιστον ια'.

Το ιπποειδής φανερώνει το λαύρον του αιδοίου, αμέ και το μέγεθος και την κατάστασιν. Και σύντας η ιπποειδής γυνή έχει αιδοία πάνυ υγρά και ευμετακίνητα και φευγαλέα, αρμόζει εις τον αμορόζον (αμέ και εις τον στεφανωμένον της) να λαμβάνη πάντοτες στάσιν ιππέως ανακυβισμένου και μετεώρου. Διό το χάρισμά των είναι να σε δίδουν φαντασίαν και όνειρον, αλλ' εν ταυτώ αποκαρδίωσιν και θλίψιν. Έτζι φρόνιμον φαίνεται πριχού έρθης εις αυτές τες γυναίκες να μάθης καλά την λεγόμενην μογγολικήν ίππευσιν όπου οι ερωτοπαθείς ετούτοι καβαλάροι αναβαίνουν την ώραν του οργασμού των φοράδαν άστρωτην και ανήμερην,ισορροπεύουν με το εν βήμα εις τα καπούλια και ενώ κρατούσι τα γεννητικά των εις στάσιν Γάμου, φωνάζουσιν μελωδικά αμέ και θλιβερώτατα εν τη ερημία των "Αλλά-ί, Αλλά-ί!".

Το αραχνοειδής δηλοί το αποτρόπαιον του αιδοίου και το φθαρτικόν, ότι ετούτη η γυνή έχει διπλά τα γεννητικά της και όσον να οικονομήσης το εν, φθάνει το έτερον και σε διαθέτει αφύλακτον. Δηλοί επίσης και το πολύανδρον της φύσεώς της, καθό έχει εγκατεστημένες ολόγυρά της σκαλωσίες πολλές, ως διασίδι αραχνώδες, όπου στέκει ανάερα να απατά και να δολεύγη. Και απείτις το χάρισμά της είναι η σαγήνη αλλά και το μουσικόν θελκτήριον του κόλπου της, σφράγισον τα περιττά ώτα του φαλλού σου ίνα μη συλληφθής απρόκοπτα. Και σύντας χειρονομήσης σεβαστικά και μόλτο ντετερμινάδο και σταυρώσης το αιδοίον της ιερουργικώς, άρχεψε να την βατεύης από τα εξωτερικά της και αλώνευε ολόγυρά της ελευθερίως. Είτα λάβε την στάσιν του αλεκτρύονος, όταν σπαράζη εις το μαχαίριον, και θηλύκωσέ την κατά κέντρον και κατάβαθα. Έκβαλε τότε τον σπόρον σου καταλογάδιν και αποσύρσου επιμελώς και φροντισμένα. Αλλ' αν τύχη και ευρεθής λιποθυμισμένος από το πολύ της εκχύσεως, κάθου τότε και ανάμενε καρτερικά κρίσιν και σπαραγμόν.

Το περιστερώδης μένει ανερμήνευτον διά το σαφές. Δηλοί γουν ότι το είδος ετούτο, αγκαλά και πετά όπως και τα λοιπά θήλεια είδη και περιίπταται, κάμνει όπως η περιστέρες, όπου τες ταγίζεις αλλά εκείνες σε εκκοκκίζουν και σε ασχημίζουν. Αμή το είδος είναι ωραιότατον και πάνυ ερωτικόν και αρέσκεται διά τες κύριες συνουσίες αλά βέρσο, και διά τες δεύτερες κουκουβιστά, αλά τραβέρσα. Αλλά μη σε απατή το προφανές και το ευπροσήγορον, αφού πολλοί επλανεύθησαν ούτως και έλαβαν τέλος κακόν. Όθεν πριχού τες προσεγγίσης, άρμεξε δυο και τρεις φορές τα δάκτυλά σου εισέ σημείον πόνου και κάμνε τα μακρύτατα και επιτήδεια εις το να πιάνουσι από απόστασιν. Φέρε τότε την αμορόζαν σου εις στάσιν καθημένης σφιγγός, κι αν δείχνη βλέμμα οξύ, ημέρευσέ την με τρόπον. Βήλευσε μόνο όταν σε δείχνη ότι φουριάζει αληθώς και κάμνει ωσάν περιστερά πυρωμένη. Αλλά και τότε λάβε στάσιν προνοητικήν και με τα μερία σου πίεζέ την εις τες λαγόνες και θηλύκωνέ την επιμελώς. Έκχυσε τότε πρωτολείως, ίνα ιδής αν το χαίρεται, και είτα αρχένεψε με τους τρόπους των σπιτικών αιλούρων όπου ξεπουπουλιάζουν τα πετεινά και τελείωσε αιθερικώς πλην εμφρόνως. Και πάντοτε τάγιζέ την με το ένα σου χέρι και δίνε της σπόρια θελκτικά, ίνα κάθεται πράως και ηθελημένως, ειδέ άλλως κινδυνεύεις. Όθεν προκειμένου να πάθης, παραίτησον και αυτοβαρβατέψου ανελέητα.

Ιδού λοιπόν εν κεφαλαίω τα είδη των γυναικών, όπου εύκολα ο καθείς ημπορεί να μνημονεύη και να τα οικονομή αμοναχός του. Αμή στοχάσου, αναγνώστα, ότι οι πλείονες των γυναικών (ανίσως όλες των) αδιαφόρως του κυβερνητικού είδους των, συντηρούν εν αυταίς σπερματικώς και τα επίλοιπα είδη και αναλόγως τα δείχνουν και τα διευθετούν. Όθεν λάβε πρόνοιαν περισσήν κατά τες χρείες σου και μην απατηθής αλλά άσκησε εαυτόν και μελέτησε το πράγμα, πρακτικώς και ονειρικώς, διά να ευφραίνεσαι και να ευφραίνης, ακινδύνως και χαιράμενα.



16. Περί λόγων όπου πρέπει να λέγη τινάς κατά τες συνουσίες

Ως ποικίλλουσιν αι γυναίκες κατά το είδος και την μορφήν του αιδοίου των, ούτως διαφέρουσιν και η συνουσίες των και τόσον αλλάζουσι τα λογαράκια όπου τώσε πρέπουσιν κάθε βολά. Όθεν λάβε αμέντες τες περιστάσεις και πράξον ανάλογα.
Αν τύχη και αναβής γυναίκα ιπποειδή και καπουλάτη και επιθυμής ίππευσιν μακράν, χωρίς ποσώς να φθαρής και πέσης μαραμένος από το πολύσαρκον, λάβε την στάσιν του ζώου ούρου, όπου βινεύει εν ταυτώ και γλείφει. Σίμωσε ουν είτε εις το λακκούδιον του κάτω ευνίου, είτε εις τα φυλλαράκια των ωτίων της, είτε εις το χαλιναράκι των οδόντων της λέγοντας γρεκικά και εύσημα: "Ω που να σε σπέρνω, Ακαλούργητη, και να μη χάνεται ψιχαλάκι. Ω που να οργώνω τα λιθαράκια σου και να ανθούσι. Κλίνε μου τώρα προς τα ζερβά, Υποκρίτρια, ότι πάει το υνίον μου να ξεκαμπίση. Λύγισέ μου τώρα εις τα δεξιά να με συντρέξης, Λεϊμόνα. Όρθωσε τώρα σκυφτά κατά τον κάμπον και βάστα καλά τον θυμόν σου ότι σου έχω φυτευθή με την κορφή μου κάτω. Σεμαγώ και που σεμαγώ, όλος μαργώνομαι, ω σέμεν!" Και αυτή τότε θα ανατριχιασθή σύσαρκα και θα σου κάμη μία μία τες αύλακες υποτακτικά και θα την απολαμβάνης ώρας δ' πάνυ αεράτος.

Αν βατεύης γυναίκα γαλοειδή και κρυψίνουν, κράτα τη γλώσσαν σου έγκλειστην εισέ λόγους φανερούς, ίνα μη καταστρέψης το σύμπλεγμα και κρημνισθής, και αναζήτησε το παραβολικόν και το αμφίβολον. Όθεν αντί να είπης "Ω που να σε χύνομαι ολοχρονίς εις τα ρυάκιά σου, Άσπρη μου, Ω που να σε πηδώ τρεμουλιαστά τα πετραδάκιά σου και να κόβωμαι", ειπέ "Σερμαγιά μου η σαρκίτσα σου, Κόρφη μου, ως που να σου λαξεύω τα αέρινά σου σπηλαία. Ω που να σε θωρώ εις τον πάτον του κλιναρίου μου και να σε χώνω μέσα μου! Λίχνισε τάλμυρα τα λικουάριά σου και να σε πνιγώ, Ανελέητη. Ιδές με τον πτωχευμένον τον πλούτον μου! Τιναχτικά τα μελάκιά σου τα λίγδινα και διά τα ρεύματά σου ξεψυχώνομαι, Γρι μου, άγριο". Ή λέγε της σταθερά την Αρά του μαύρου Όρους "Ω που να κουνηθή το Αοράκι σου, Σκύλλα, και να το στέκουν τα δακτύλια των Αποκαημένων". Αυτά ειπέ της και έχε τον νουν σου διά τον φόβον της ανατροπής και φροντισμένα μελέτα την πάντα αλά ρέκτο και αλά βέρσο ως να την εννοήσης κατάμυαλα.

Αν υστερνά το βολευθής να κοπουλάρεσαι μετά γυναικός λαγωειδούς και περιφόβου, μίλειε της καταπρόσωπον και πάνυ αξεσκέπαστα, ότι αυτού του είδους τα όντα αρέσκονται εις το ιταμόν και το γενναίον, αγκαλά δείχνουν τα ενάντια. Όθεν καθώς καβαλιέσαι και υγραίνεσαι εις την γλίνα της ειπέ της "Τώρα εγώ σε έχω και σε χαίρομαι, Φρούδα μου, και εσύ αποσκαλώσου και ξέγλειψέ μας. Έλα ουν Ποθεινή, δείξον μου την σχισμήν του αχειροποίητου. Τι σε μέλει, Κάλα; Θα έμβω, θα έβγω και πάλε δική σου θα ένι. Ω που αγαπώ να σε καλαμώνω και να σου τα σφυρίζω, Ρώγα μου. Τα αυτάκια σου εις τον ομφαλόν σου θέσε και το γλουτίον σου γύρισέ το επ' ώμου και άνοιξε, Νοικοκυρά μου, και να σε παρασύρω ξεκάπουλα". Ή ειπέ της "Εγώ θα σου τα πιάσω όλα σου κατάσαρκα και συ καύσε με". Κι αυτή θα δροσίση δι' εσέ και θα ξεστρώση πάραυτα.

Αν βινεύεις γυναίκα αραχνοειδή και ευφάνταστον και επιθυμής ησυχίαν και απόλαυσιν, ομίλει της ως αδελφός εις αδελφήν, διά να σε ευρίσκη εδικόν της και οικείον της. Ειπέ της ουν "Ω συγκορμάκι και αδελφούλα μου, ιδού ένας ο σπόρος και ένα το αίμα οπού μας εγέννησε. Ως καλή η Αδελφή μου, η σύνυγρη! Ας συναιματωθώμεν εις την κοινήν Γαστέρα. Ιδού η θηλή μου και θήλασέ την κι άφες κι εμέ τες ρώγες σου να πίνω. Αιμόμειξε τον ασπασμόν σου κατεπάνω μου κι εγώ στο ζιπουνάκι σου αποκάτω θα λιγωθώ. Ω τα λιγνά στέρνα της Αδελφής μου! Δώσε να συντονίσωμεν τα χωρισμένα, ω του στόματός μου Οσμή και Σάλιο". Αυτά και άλλα λέγε και ελλόχευε άγρυπνος και άμα την ιδής νανουρισμένην, άνοιξέ της τα μαύρα και λεύκανέ τα αλλοφρόνως και επίπονα, ωσάν το βρέφος όπου εν ω έχει εις την βούκαν του βουκίτσες γάλακτος, κλαίγει την μάνα του και καταπίνεται.

Αν ευρίσκεσαι επάνω εις γυναίκα περιστερώδη και απατηλήν και κινδυνεύεις να κρυώσης διά το αλλοπρόσαλλον του όντος, δείξον της με τρόπον ότι ασθενείς καθότι σε ελλείπει άσμα τι παιδικόν, τώρα λησμονημένον εις την γλώσσαν σου. Όθεν ζήτησε να σου το τραγωδήση κατά το ήθος της και θα συνέλθης. Και όταν εκείνη αρχίση να σε άδη "Άχι Καημέ μου εσύ και Αχμανάκι μου και ζηλευτό Πουλί στην ξενητειά σου", συλλάβιζε μετ' αυτής και υποτονθόρυζε το ίσον και το ιδιόμελον. Κι αν λέγη εκείνη "Ααα, και βγάλε με στο δάσος, Δρόσε μου", κάνε κι εσύ το ίδιο "Ααα" και τράβηξέ το. Κι αν λέγη εκείνη "Εεε και Εία και λούζομαι εις το κύμα", τότε μενδούλευε κι εσύ κάμνοντας "Εεε" και "Εία" θαλασσινού εργάτου. Όμως αν ίσως και σε αρνηθή να σε τραγωδήση και σε δέση χειρότερα, σύρε τότε μανδήλιον μαύρον να σφογγίζης τον ιδρώτα του μετώπου σου, ήχησε το βούκινον του "Αλί, Αλί και Αλίμονον" και κράξε ως πετεινάρι όπου του αποκόπτουν σύρριζα τον τζάρουκαν.

Πάντα τα ανωτέρω έλαβα και μετέγραψα από σύγγραμά τι περσικόν, μεταγλωττισθέν διά την χρείαν μου από γλώσσαν Φαρσί εισέ γλώσσαν Ρουμί.

---------------------------------------------------------

Γ Λ Ω Σ Σ Α Ρ Ι Ο Ν
Αγκιτάρω: ήγουν ερεθίζω ερωτικώς -εξ ου αγκιταρισμένος
Αλά ρέκτο ε αλά βέρσο: κατά την εμπροσθίαν άμα και κατά την οπισθίαν όψιν. Επί βινεύσεως
Αμέ, αμή: αλλά, όμως, απεναντίας
Αμέντες: κατά νουν, υπ' όψιν
Απρόκοπτα: ήγουν απροειδοποιήτως
Αυτοβαρβατεύομαι: όταν πιάνη τινάς από μοναχός του τον σπόρον του και τον εκβάλλη χαμαί, ματαίως
Βατεύω: κάνω έρωτα γρήγορον αλλά νόστιμον και ορεξάτον
Βήλευσις: σφοδρή μορφή σαρκικού έρωτος, εξ ου και βηλεύω
Βήλος, η: το ανδρικόν αιδοίον εισέ κατάστασιν παραφοράς. Άλλοι λέγουσιν μπούτζος
Βίνευσις: βήλευσις σοφιστική και ευλαβής, καθ' ην ο βηλεύων (ή ο μενδουλεύων) σχηματίζει εν ταυτώ και παραλλήλως τρία δάκτυλα της χειρός (αντίχειρα, δείκτην, παράμεσον) ως διά να κάμη τον σταυρόν του και άλλοτε θέτει τον αντίχειρα εις τον εχίνον, διά να τον έχη, τα δ' έτερα δύο εις το ευνίον, και άλλοτε αντιστρόφως, εξ ου βινεύω
Βολά: ήγουν φορά. Κάθε βολά: κάθε φορά
Ευνίον: θηλυκόν αιδοίον εισέ κατάστασιν μέθης ερωτικής και θαυμαστής υγράνσεως
Εχίνος: ιδέ το ούλος
Κοπουλάτιο: σφοδροτάτη μορφή έρωτος, όπου χρειάζονται πλείονα των τεσσάρων ερωτικών οργάνων, φανερωμένων και αφανέρωτων, υλικών και αΰλων. Έσμειξις παράφορος εισέ σημείον όπου να λειώνουν τα μέσα στοιχεία. Κάνποτε και επί παιδικών. Κοπουλάτιο σίνε μέντε, η ανωτάτη μορφή των ερωτικών
Κουνίον (λατινιστί, cunnus): ο κύσθος, ήγουν ευνίον εισέ κατάστασιν παραφοράς. Διά το μέγεθος κάνποτε, κουνάρα
Κρυώνω: όταν η στύσις τινός μαλακίζεται
Μένδουλα (λατινιστί, mentula): ούτως ονομάζεται η βήλος όταν εισχωρή απεξεσμένη και λαύρος. Και επί παιδικών. Εξ ου και μενδουλεύω και μενδουλάρω
Ξεστρώνω: όταν τινάς αποβάλλη την σκευήν της σαρκός και χύνεται χαριτωμένα και αισθητότατα
Ούλος (μόνον επί γυναικός): ο ροδόχρους εχίνος ο άγριος, έδρα η πρωκτική εισέ στιγμήν τελειωμένης ωριμάνσεως. Δηλοί και το απατηλόν
Σίνε μέντε (λατινιστί, sine mente): κατά τρόπον αλλόφρονα, άγαν παθητικώς
Σιργουλεύω: ήγουν καλοπιάνω, πείθω και παραπλανώ, εξ ου και σιργουλευτά
Τζάρουκας: ήγουν η καρωτίς

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Όσα παίρνει ο άνεμος

Παρασκευή, Μαρτίου 11, 2005


Παίδες, σας χαιρετώ! Πάω να πετάξω τον χαρταετό μου. Θα τα πούμε από Τρίτη. Κάντε το ίδιο!

*Δεν έχει άλλο κείμενο...

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Τhere is no business like show-business

Πέμπτη, Μαρτίου 03, 2005
Δύο άνθρωποι διαμόρφωσαν τη σχέση μου με το χρήμα και τις προσπάθειές μου για την απόκτησή του. Ο ένας ήταν ο πατέρας μου. Όλοι μας οι καβγάδες τέλειωναν πάντα με την ίδια φράση: "Εδώ μέσα πληρώνω εγώ και θα γίνεται αυτό που λέω". Η άλλη ήταν η μητέρα μου. Έπειτα από τους καβγάδες τους, που τέλειωναν πάντα με την ίδια φράση -"εδώ μέσα πληρώνω εγώ και θα γίνεται αυτό που λέω"-, με συμβούλευε: "Κοίτα να σπουδάσεις, να βρεις μια καλή δουλειά, να μη χρειάζεται να απλώνεις το χέρι όταν θέλεις ν' αγοράσεις μια κιλότα". Πες-πες χώνεψα για τα καλά πως όταν φέρνεις λεφτά στο σπίτι περνάει ο λόγος σου, και επίσης πως πρέπει να διαθέτεις πτυχίο αν θέλεις να εξασφαλίσεις τα βρακιά σου -πόσω μάλλον όταν, θεωρώντας ότι διαθέτεις επιδέξιο κώλο, προτιμάς τα μεταξωτά από τα λουλουδάτα βαμβακερά που σου αγοράζει από τη λαϊκή η μάνα σου.

Τα εισοδήματά μου, όταν ήμουν παιδί, προέρχονταν από τους μποναμάδες παππούδων, γιαγιάδων και λοιπών συγγενών στις ονομαστικές εορτές, στα γενέθλια, τα Χριστούγεννα και το Πάσχα. Τι τα θες όμως... Τι 'ναι ο κάβουρας και τι 'ναι το ζουμί του. Επιπλέον, πολύ σύντομα διαπίστωσα ότι στον οικογενειακό μικρόκοσμο ισχύει ό,τι και στην εξωτερική πολιτική: όταν βασίζεσαι στην καλή θέληση των υπερδυνάμεων είσαι χαμένος από χέρι. Έπρεπε λοιπόν να βγάλω χρήματα με τον ιδρώτα του προσώπου μου. Ξεκίνησα την επαγγελματική μου καριέρα ως Ιδιωτικός Απεντομωτής. Με όπλο μια ροζ μυγοσκοτώστρα έκανα χαλκομανία τις μύγες με ζήλο, τις στόκαρα σε σπιρτόκουτα και, στο τέλος της βδομάδας, ο παππούς μου τις μετρούσε και μου έδινε μια δεκάρα για την καθεμιά. Ομολογουμένως αυτή η ασχολία όξυνε την υπομονή και την επιμονή μου, ωστόσο τα κέρδη ήταν πενιχρά. Αφού εξόντωσα περισσότερες μύγες από τους αντιφρονούντες που ξέκανε ο Στάλιν, μάζεψα τα χρήματα που χρειάζονταν για να αγοράσω ένα κουτί ξυλοχρώματα, δύο φιαλίδια σινικής μελάνης, πενάκια και κόλλες Σέλερ. Και τότε μπόρεσα να επεκτείνω τις δραστηριότητές μου. Με αγγελίες που έβαζα στη Μανίνα, ζωγράφιζα κατά παραγγελία αφίσες τις οποίες χρέωνα πενήντα δραχμές τη μία. Μπορεί τα ρούχα μου -και τα βρακιά μαζί- να εξακολουθούσαν να μου τα αγοράζουν οι γονείς μου, όμως εξασφάλιζα αυτά που ο πατέρας μου αποκαλούσε πολυτέλειες και που έκαναν ωραία τη ζωή: το Μίκυ-Μάους, την Πάττυ, τη Μανίνα, τον Μπλεκ, γαριδάκια με παιχνίδια, αυτοκόλλητα, αρωματικές γομολάστιχες, χρωματιστά στιλό, βόλους, μπιχλιμπίδια πάσης φύσεως και χρήσης.

Η... καλλιτεχνία με στήριξε μέχρι τις πρώτες τάξεις του Γυμνασίου. Και σήμερα ακόμα τα συγγενικά και φιλικά μας σπίτια έχουν από ένα έργο μου: στραβοχυμένα πήλινα τασάκια, κακοβαμμένα βότσαλα, ασουλούπωτα γύψινα κατασκευάσματα, μπουκέτα αποξηραμένων λουλουδιών μασουλημένα από εργατικά ζωΰφια, παραμορφωμένα κεριά. Στο Λύκειο οι οικονομικές απαιτήσεις μου μεγάλωσαν. Η εξωτερική εργασία αποκλειόταν λόγω σχολείου, έτσι στράφηκα στην απασχόληση στο σπίτι. Ανακάλυψα πως, κάθε λεπτό, δεκάδες πάνινα κουκλάκια για λαμπάδες λαχταρούσαν να τα παραγεμίσω, εκατοντάδες κεραμικά αντικείμενα περιμέναν να τα ζωγραφίσω, χιλιάδες σκουλαρίκια δεν έβλεπαν την ώρα να τους περάσω χάντρες. Το δωμάτιό μου μετατράπηκε σε εργαστήρι. Οι γονείς μου με άφηναν ήσυχη αφού οι βαθμοί μου παρέμεναν σταθεροί και επιπλέον δεν τους ζάλιζα απαιτώντας περισσότερα από εκείνα που θεωρούσαν απαραίτητα και τα οποία μου εξασφάλιζαν. Κάπου κάπου ο πατέρας μου έβαζε το κεφάλι του στο δωμάτιό μου, με κοιτούσε, κι έπειτα τραγουδούσε το Άσ' τον τρελό στην τρέλα του του Μανώλη Μητσιά.

Τέλειωσα αισίως το σχολείο, πέρασα και στην πολυπόθητη σχολή. Τώρα πια μπορούσα να πιάσω μια κανονική δουλειά και να μεγαλουργήσω. Ναι, ε; Στον Πολυτεχνίτη και Ερημοσπίτη ο Βέγγος γίνεται διαδοχικά γκαρσόνι, διαιτητής σε αγώνα μποξ, φαρμακοτρίφτης, φωτογράφος, μπάτσος. Εγώ, στη διάρκεια της φοιτητικής μου ζωής έκανα δακτυλογραφήσεις, μαγνητοφωνήσεις και απομαγνητοφωνήσεις δημοτικών συμβουλίων, τάιζα γάτους και σκύλους που οι ιδιοκτήτες τους έλειπαν για μεγάλα διαστήματα, πότιζα φυτά, έγραφα ανταποκρίσεις από αγώνες μπόντι-μπίλντινγκ, έπαιρνα συνεντεύξεις από τους φουσκωτούς, μετέφραζα άρθρα σε μικρά αθλητικά περιοδικά για καράτε και τζούντο. Και πάντα έψαχνα στις αγγελίες των εφημερίδων για κάτι ακόμα. Ώσπου μια μέρα διάβασα το εξής:

"Ζητούνται μεταφραστές αγγλικών για υποτιτλισμό καλλιτεχνικών
βιντεοταινιών. Πληροφορίες τηλ. 36ΧΧΧΧΧ"

Εδώ είμαστε, σκέφτηκα, και πήρα αμέσως τηλέφωνο.
"Στούντιο Βιντεοδρόμιο. Παρακαλώ;" απάντησε μια ευγενική γυναικεία φωνή.
"Τηλεφωνώ για την αγγελία", είπα.
"Ποια αγγελία;"
"Για τον υποτιτλισμό καλλιτεχνικών βιντεοταινιών", εξήγησα.
"Εσείς ενδιαφέρεστε;"
"Μάλιστα".
Παύση μερικών δευτερολέπτων. "Ξέρετε, προτιμάμε άντρες", είπε η γυναίκα.
Ορίστε; Για ποιο λόγο; Σιγά μη με πτοούσε αυτό.
"Ακούστε... Ξέρω τη δουλειά, έχω ξανακάνει υποτιτλισμό". Αυτό ήταν αλήθεια. "Έχω τον εξοπλισμό και γνωρίζω το σόφτγουερ χρονισμού". Μερικές τεχνικές λεπτομέρειες πάντα εντυπωσιάζουν. Ο εξοπλισμός ήταν ένα βίντεο της φωτιάς και μια τηλεόραση δεκατεσσάρων ιντσών, το δε σόφτγουερ ένα απλό πρόγραμμα DOS για να πέφτουν οι υπότιτλοι στην ταινία την κατάλληλη χρονική στιγμή.
"Τι να σας πω... Θέλετε να περάσετε από δω να μιλήσετε με τον υπεύθυνο;" με ρώτησε.
Ήθελα!

Το κτίριο όπου στεγαζόταν το στούντιο βρισκόταν στο κέντρο της Αθήνας, σε ένα από εκείνα τα σοκάκια που μυρίζουν μονίμως απόνερα, σκουπίδια, γατόσκατα και κατουρλιό. Ένιωσα ένα μικρό τσίμπημα ανησυχίας αλλά εκείνη την εποχή, θες το νεαρό της ηλικίας, θες η απειρία, ήμουν πολύ αισιόδοξος άνθρωπος. Επιχείρησα να διακρίνω το εσωτερικό του κτιρίου. Μάταιος κόπος. Η σκόνη και η βρόμα πάνω στα τζάμια της εισόδου πρέπει να ήταν δυο δάχτυλα. Πήρα βαθιά ανάσα και μπήκα. Το ασανσέρ είχε το ίδιο χάλι. Έτριζε ολόκληρο, στους τοίχους του έτρεχαν γράσα από τα συρματόσκοινα στην οροφή, το πάτωμά του ήταν γεμάτο καψίματα από αποτσίγαρα και λεκέδες από χυμένους καφέδες. Προσπάθησα να σκεφτώ κάτι χαρούμενο. Ήρθε στο μυαλό μου ο Φρέντι Κρούγκερ. Ώρες ώρες είναι ν' απορείς με τον τρόπο που λειτουργεί ο εγκέφαλος.

Βρήκα το νούμερο του γραφείου που μου είχαν πει, χτύπησα, δεν απάντησε κανείς και μπήκα. Στο πάτωμα φθαρμένη φτηνιάρικη μοκέτα, απροσδιορίστου χρώματος, κάτι μεταξύ ξεθωριασμένου πένθιμου κυπαρισσί και γκρίζου του ψόφιου ποντικού. Μια γλάστρα με ένα σκονισμένο πλαστικό φυτό, ένας διθέσιος καναπές από δερματίνη που είχε δει καλύτερες μέρες, ένα γραφείο, αριστερά και δεξιά του φοριαμοί φορτωμένοι με βιντεοκασέτες και μπομπίνες, μπροστά του μια καρέκλα. Απέναντι από την είσοδο υπήρχε μια άλλη πόρτα, κλειστή. Κανένα ίχνος ανθρώπου. Κάθησα στον καναπέ και περίμενα.
Έπειτα από κάμποση ώρα άνοιξε η πόρτα και εμφανίστηκε ένας άντρας. Κοντός, κοκαλιάρης, στεγνός, άσπρος σαν βραστός μπακαλιάρος λες και είχε μήνες να τον δει ο ήλιος, με μαύρους κύκλους κάτω από τα κοκκινισμένα μάτια του, αξύριστος, με λιγδιάρικη φράντζα πάνω από το δεξί μάτι σαν τον Ανέστη Βλάχο, και γκριζαρισμένη χαίτη δεκαετίας '80. Φορούσε πουλόβερ μέσα από το τζιν παντελόνι του, και αθλητικά παπούτσια.

"Γεια σας!" είπα όσο πιο εύθυμα και φιλικά μπορούσα, και σηκώθηκα όρθια. "Ήρθα για την αγγελία".
Με κοίταξε ανέκφραστος. "Ποια αγγελία;"
"Για τον υποτιτλισμό".
"Θέλουμε άντρες. Δεν τηλεφώνησες προτού έρθεις;" Μάλιστα. Ενικός με το καλημέρα. Για να καταλαβαίνεις αμέσως ποια είναι η θέση σου.
"Τηλεφώνησα, αλλά μου είπαν να έρθω".
"Κρίμα ο κόπος σου, βρε κορίτσι μου".
Ωχ! Κακό αυτό. Τον έχανα. Έβαλα μπροστά την κασέτα.
"Ακούστε... Ξέρω τη δουλειά, έχω ξανακάνει υποτιτλισμό. Έχω τον εξοπλισμό και γνωρίζω το σόφτγουερ χρονισμού", είπα μονοκοπανιά.
Σαν να το ξανασκέφτηκε.
"Καλλιτεχνικές ταινίες έχεις ξανακάνει;" με ρώτησε.
Όχι.
"Ναι, βέβαια".
"Τι μου λες! Και δεν είχες πρόβλημα;"
"Όχι, κανένα". Μα τι έλεγε; Γιατί να έχω πρόβλημα;
"Τι να σου πω, βρε παιδάκι μου, δεν είναι για γυναίκες αυτές οι δουλειές", είπε.
"Πώς δεν είναι! Είναι και παραείναι!" επέμεινα εγώ.
"Έτσι, ε; Ας το συζητήσουμε λοιπόν", είπε με ανανεωμένο ενδιαφέρον.
Και το συζητήσαμε. Και αφού μιλήσαμε για τα χρήματα και τις προθεσμίες, με πήγε στο στούντιο και μου έδωσε μια κασέτα.
"Κάτσε να τη δεις. Αν νομίζεις ότι μπορείς να την κάνεις, θα την πάρεις", είπε και επέστρεψε στο γραφείο του.

Έβαλα την κασέτα στο βίντεο, πάτησα το πλέι και περίμενα. Στο μόνιτορ εμφανίστηκε μια εικόνα. Ένας γιατρός με λευκή ρόμπα καθόταν μπροστά από μια γυναικολογική καρέκλα, με το κεφάλι χωμένο ανάμεσα στα μπούτια μιας γυμνής θεογκόμενας που αναστέναζε παθιάρικα. Δίπλα του, κρατώντας έναν ιατρικό δίσκο με απροσδιόριστης ταυτότητας μακρόστενα αντικείμενα διαφόρων μεγεθών, στεκόταν μια επίσης γυμνή θεογκόμενα, με καπελάκι νοσοκόμας και άσπρες μεταξωτές κάλτσες με ζαρτιέρες. Κοίταξα τον γιατρό. Κοίταξα την ασθενή. Κοίταξα τη νοσοκόμα. Ο γιατρός σηκώθηκε όρθιος και γύρισε προς το μέρος μου. Κάτω από τη ρόμπα δεν φορούσε τίποτε. Στο μυαλό μου αναβόσβησε μια επιγραφή νέον: Καλλιτεχνικές βιντεοταινίες. Ο γιατρός είπε κάτι. Στα γερμανικά. Οι γνώσεις μου στη γλώσσα του Γκαίτε σταματούν στα "γιαβόλ, μάιν φίρερ,", "ντόιτσλαντ ίμπερ άλες", και "ράους, ράους, ελληνικό γκουρούνι". Σηκώθηκα μουδιασμένη, πήγα στο γραφείο του κυρίου Θανάση -όπως με είχε πληροφορήσει ο Ανέστης Βλάχος ότι τον έλεγαν- και στάθηκα μπροστά του.
"Κύριε Θανάση, στην ταινία που μου δώσατε μιλάνε γερμανικά", είπα.
"Ε, και;" με ρώτησε, σαν να μην καταλάβαινε το πρόβλημα.
"Μα δεν ξέρω γερμανικά. Εξάλλου ζητούσατε μεταφραστές για αγγλικά".
"Ε, και;" επανέλαβε.
"Τι ε, και; Τι θα γράψω;" ρώτησα. Κόντευα να καταρρεύσω.
"Ό,τι σου ΄ρθει. Τι φοβάσαι; Μήπως χαθεί το νόημα του έργου;" μου είπε και ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια.
Είχε κάποιο δίκιο.
"Λοιπόν, θα την πάρεις την κασέτα;"
"Ναι..." απάντησα ξεψυχισμένα.
"Ωραία. Μια και είναι η πρώτη σου δουλειά εδώ, σου δίνω περιθώριο μια βδομάδα. Και πού ΄σαι. Θέλω πιπεράτη γλώσσα. Δεν νοικιάζονται στα κατηχητικά αυτές οι ταινίες".
Γελάσαμε, σκέφτηκα.

Έπειτα από κάνα δυο μέρες επέστρεψα και παρέδωσα τη δουλειά στον κύριο Θανάση. Μπήκε στο στούντιο να την ελέγξει. Πέρασε ένα εικοσάλεπτο και ξαναβγήκε φουριόζος. Αυτό δεν μου φάνηκε καλό.
"Βρε παιδάκι μου, τι πήγες κι έγραψες στην ταινία;" ρώτησε ανταριασμένος.
"Δεν σας άρεσε;" είπα αποκαρδιωμένη.
"Δεν είναι ότι δεν μου άρεσε, κορίτσι μου, αλλά... Πού τα άκουσες εσύ αυτά;"
"Ποια;" ρώτησα με αθώο ύφος.
Σήκωσε ένα χαρτί που κρατούσε στο χέρι του και το ανέμισε μπροστά στα μάτια μου.
"Εδώ τα ΄χω σημειώσει", είπε και έπειτα διάβασε σιωπηλός, συλλογισμένος. "Από πού να αρχίσω... Να, λες 'Φέρε, Χέλγκα, το κωλοβυθόμετρο'. Πώς σου ήρθε να το γράψεις αυτό;"
Τον κοίταξα σαν ζεματισμένη. "Τι να γράψω, κύριε Θανάση; Αφού της έβαζε ένα μαρκούτσ... ένα μαραφέτ... ένα μαντζαφλάρ... Ένα πράμα στον κωλ... στον πατ..."
Διάολε! Δύσκολη υπόθεση να συζητάς με τον εργοδότη σου, ειδικά όταν το αντικείμενο της δουλειάς είναι οι τσόντες.
"Είδατε πού", είπα τελικά. "Υποτίθεται ότι είναι ιατρικό εργαλείο. Τέλος πάντων, την έχω ξανακούσει αυτή τη λέξη".
"Πού;" με ρώτησε παραξενεμένος.
"Στο... Σε... Τότε που... Τι σημασία έχει; Την έχω ξανακούσει".
Με κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω, κούνησε το κεφάλι του δεξιά-αριστερά, και διάβασε ξανά το χαρτί του.
"Μετά μου γράφεις 'θα σου σκίσω τα βάρδουλα'', είπε σφιγμένος. "Μα είναι έκφραση αυτή, ρε κορίτσι μου;"
"Κύριε Θανάση, εσείς μου είπατε ότι θέλετε πιπεράτη γλώσσα".
"Πιπεράτη, ναι. Αλλά πιπέρι με πιπέρι έχει διαφορά, ρε μανούλα μου".
"Τι εννοείτε;" τον ρώτησα μπερδεμένη.
"Τι εννοώ! Άλλο το πιπεράκι που βάζουμε κάθε μέρα στο φαγητό μας, άλλο το μπούκοβο, ρε μάνα μου, άλλο το μπούκοβο", μου εξήγησε, σαν να μιλούσε σε καθυστερημένη.
"Α! Δηλαδή εσείς δεν θέλετε μπούκοβο, θέλετε πιπεράκι".
"Όχι. Θέλω κάτι ανάμεσα".
Το σκέφτηκα λιγάκι. "Πάπρικα;" ρώτησα διστακτικά.
"Α, γεια σου! Πάπρικα".
"Καυτερή ή τύπου Ουγγαρίας, γλυκιά;"
"Δεν αφήνεις τις εξυπνάδες να κάνουμε τη δουλειά μας λέω γω;" με κεραυνοβόλησε.
"Μάλιστα, κύριε Θανάση", είπα υπάκουα.
"Πάμε παρακάτω". Συμβουλεύτηκε ξανά μανά το χαρτί του. "Αμ το άλλο!" αναφώνησε ξαφνικά. "'Πάρ' τα φλόκια μου''', διάβασε. "Τι είναι πάλι αυτό;"
"Δεν ξέρετε τι είναι τα φλόκια;" ρώτησα έκπληκτη. "Σημαίνει..."
"Άσ΄το! Ξέρω τι σημαίνει! Έλα, παππού μου, να σου δείξω τα αμπελοχώραφά σου", μουρμούρισε. "Αλλά, να, δεν είναι σικ".
Είχα ακούσει καλά; Είχε πει "σικ" ο κύριος Θανάσης; Ο κύριος Θανάσης με το πουλόβερ μέσα από το παντελόνι, τη φράντζα αλά Ανέστης Βλάχος και τη χαίτη-λασπωτήρα;
"Κύριε Θανάση, τσόντες φτιάχνουμε. Οι άνθρωποι γαμ... πηδ... κάνουν σεξ. Τι σικ και πράσινα άλογα;" είπα.
"Πρώτα πρώτα, δεν φτιάχνουμε τσόντες. Μην ξανακούσω τη λέξη τσόντες. Καλλιτεχνικές βιντεοταινίες θα λες. Επίσης, εδώ μέσα πληρώνω εγώ και θα γίνεται αυτό που λέω. Κατάλαβες;"
Για μια στιγμή ο χρόνος κοκάλωσε απότομα. Έπειτα γύρισε προς τα πίσω, σε γρήγορη κίνηση. Μπροστά μου δεν στεκόταν ο κύριος Θανάσης αλλά ο πατέρας μου, κι εγώ ήμουν παιδί, σε ένα δωμάτιο που στους τοίχους είχε ταπισερί από λουλουδάτα βρακιά λαϊκής. Πάνω από τα κεφάλια μας ταλαντευόταν νωχελικά μια γιγάντια ροζ μυγοσκοτώστρα.
"Τι με κοιτάζεις σαν χάνος, παιδάκι μου; Κατάλαβες, ναι ή ου;" άκουσα μια μακρινή φωνή να ρωτάει.
Ένα πελώριο χέρι με άρπαξε από τον σβέρκο και με τράβηξε πίσω στο παρόν. Συνειδητοποίησα ότι κοιτούσα τον κύριο Θανάση -σαν χάνος.
"Κατάλαβα", ψέλλισα, παραζαλισμένη από το όραμα. "Θα βάλω κάτι σικ. Να γράψω ζεστά ηδονικά ρυάκια σπέρματος;"
"Ρε, με δουλεύεις;"
Ήθελα να βροντοφωνάξω "ΝΑΙ". Δεν το ξεστόμισα όμως. Μπαϊλντισμένη ήμουν, δεν είχα τάσεις επαγγελματικής αυτοκτονίας.
"Όχι, κύριε Θανάση, τι είναι αυτά που λέτε; Απλώς προσπαθώ να σκεφτώ κάτι ταιριαστό".
"Ξέρεις κάτι; Ας το αφήσουμε καλύτερα", πρότεινε.
"Τι να αφήσουμε; Χρειάζομαι τη δουλειά", είπα αλαφιασμένη. Έβλεπα την απόλυση να πλησιάζει χοροπηδώντας.
"Ρε παιδί μου, δεν είναι αυτά τα πράγματα για γυναίκες, σου το είπα από την αρχή. Θες να σου δώσω τίποτε άλλο; Έχω κάτι ταινίες με ζώα".
Τα μαλλιά μου σηκώθηκαν όρθια και τα μάτια μου γούρλωσαν. "Με... Με ζώα;" κατάφερα να πω. "Καλλιτεχνικές;"
Με κοίταξε σαστισμένος για μερικά δευτερόλεπτα. Έπειτα συνειδητοποίησε τι εννοούσα και γούρλωσαν τα δικά του μάτια. "Τι λες, βρε κορίτσι μου;" είπε τελικά. "Για ποιον με πέρασες; Ντοκιμαντέρ είναι. Ντοκιμαντέρ με ιπποπόταμους και τέτοια".
Η καρδιά μου πήγε στη θέση της, και ταυτόχρονα αισθάνθηκα πολύ ηλίθια. Τελικά συμφωνήσαμε να πάρω τους ιπποπόταμους. Ο κύριος Θανάσης είχε δίκιο. Δεν ήταν για μένα αυτή η δουλειά. Θέλουν αρχίδια οι σόου-μπίζνες. Κυριολεκτικά...

* Στούντιο Βιντεοδρόμιο, από όσο ξέρω, δεν υπάρχει. Κι αν υπάρχει, δεν έχει καμία σχέση με όσα περιγράφονται πιο πάνω. -Κουρούνα

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα