<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d8823282\x26blogName\x3d%CE%97+%CE%9A%CE%9F%CE%A5%CE%A1%CE%9F%CE%A5%CE%9D%CE%91\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://kourouna.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del_GR\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://kourouna.blogspot.com/\x26vt\x3d5161785943150307702', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Μη μου χτυπάς τα μεσάνυχτα την πόρτα

Σάββατο, Ιουνίου 25, 2005


Ήταν τρεις το πρωί. Δικαιώνοντας τον πατέρα μου -που όταν μ’ έβλεπε μικρή ν’ αρχίζω το διάβασμα γύρω στις δέκα το βράδυ έλεγε «το στραβό γαϊδούρι με το φεγγάρι βόσκει»-, τέτοια ώρα δουλεύω, ή καλωδιώνομαι στο Ίντερνετ, ή βλέπω ταινίες, ή κάνω οτιδήποτε άλλο εκτός από το να κοιμάμαι. Εκείνη τη νύχτα ωστόσο είχα ξεραθεί σαν κούτσουρο, έπειτα από κούραση ημερών, και ονειρευόμουν μακαρίως όταν ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο. Πετάχτηκα αλαφιασμένη και περίμενα ν’ ακούσω τον τηλεφωνητή. Πήρε μπροστά στο τέταρτο κουδούνισμα.

Kαλέσατε τον Οίκο των Άσερ. Ο Βίνσεντ απουσιάζει. Αφήστε μήνυμα και θα τον ειδοποιήσουμε.

Μεσολάβησαν μερικά δευτερόλεπτα σαστισμάρας απ’ την άλλη άκρη της γραμμής -όπως γινόταν κάθε φορά που κάποιος άκουγε αυτό το μήνυμα-, κι έπειτα μια άγνωστη φωνή είπε, «Εεε… Τη Γιάννα θέλω. Είναι ανάγκη».
Από το μυαλό μου πέρασαν τρία διαφορετικά σενάρια.

α) Πέθανε κάποιος δικός μου.
β) Αρρώστησε κάποιος δικός μου.
γ) Πήρε φωτιά ο κώλος μας (σ' αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται πυρκαγιές, σεισμοί, πλημμύρες, επιστρατεύσεις, στρατιωτικές επαναστάσεις, πυρηνικός όλεθρος).

Άρπαξα το ακουστικό. «Παρακαλώ;» είπα
«Γιάννα εσύ;»
«Ναι, εγώ. Ποιος είναι;»
«Ο Γιώργος».
«Ποιος Γιώργος; Ξέρω καμιά εικοσαριά Γιώργηδες».
«Έλα τώρα! Ο Γιώργος…» είπε με νόημα ο άγνωστος.
«Της κυρα-Γιώργαινας; Ο πονηρός;»
«Έχεις κέφι, ε;»
«Ναι, κάθε πρωί στις τρεις με πιάνει μια ανεξήγητη ευδιαθεσία. Πες μου τώρα ποιος είσαι γιατί θα κλείσω το τηλέφωνο».
«Πω πω, ρε παιδάκι μου! Πάντα τέτοια ήσουν. Τζαναμπέτα».
«Ε, να κλείσω τότε για να σταθώ στο ύψος της φήμης μου. Άει καληνύχτα…»
«Περίμενε, ντε! Ο Γιώργος από το Φάληρο είμαι, ο φίλος του Ντίνου».
Δεν είμαστε καλά! σκέφτηκα. Αυτός ο Γιώργος ήταν ένας παλιός γνωστός του αδερφού μου, που μεταξύ μας τον αποκαλούσαμε «ο πυροβολημένος». Τόσοι και τόσο δοκιμάσανε τα νερά του Φαλήρου, αυτός που τα ‘χε δίπλα του –για κακή μου τύχη– δε μπήκε ποτέ στον πειρασμό.
«Πώς σου ήρθε να μου τηλεφωνήσεις;» ρώτησα απορημένη.
«Ε, ήθελα να τα πούμε λιγάκι. Περίεργο είναι;»
«Αν σκεφτεί κανείς ότι είναι τρεις το πρωί και έχω να σε δω εφτά χρόνια, ναι, είναι κάπως περίεργο. Πού βρήκες το τηλέφωνό μου;»
«Είδα τυχαία τον αδερφό σου στο δρόμο και μου το έδωσε».
Ο αδερφός μου πρέπει να μου το κρατούσε από τότε που ήμαστε μικροί και τον είχα δέσει μ’ ένα χοντρό καλώδιο στο αναμμένο καλοριφέρ επειδή τον ζήλευα. Σημείωσα νοερά στο μυαλό μου να τον αφαλοκόψω την επόμενη φορά που θα τον έβλεπα.
«Σου συμβαίνει κάτι;» ρώτησα.
«Χτύπα ξύλο! Τι να μου συμβαίνει; Είπα μήπως ήθελες να πιούμε ένα καφεδάκι».
«Στον ύπνο σου μ' έβλεπες; Δεν μπορούσες να με πάρεις αύριο;»
«Μα τώρα θέλω να πιούμε το καφεδάκι».
«Στις τρεις το πρωί; Έπειτα από εφτά χρόνια;»
«Μην κολλάς σε λεπτομέρειες».
«Δεν πίνω καφεδάκια μες στ’ άγρια μεσάνυχτα. Με πιάνει εκνευρισμός».
«Θα φροντίσω να σου περάσει».
«Δεν το ‘πιασα αυτό».
«Λέω… Θα φροντίσω να σου περάσει ο εκνευρισμός».
«Αυτό το άκουσα. Με ποιο τρόπο θα το καταφέρεις δεν κατάλαβα».
«Έλα που δεν κατάλαβες…»
«Είναι περασμένη ή ώρα, δεν παίρνω στροφές. Εξήγησέ μου».
«Ε, να, θα σου κάνω αγκαλίτσες».
«Εννοείς ότι θες να γαμηθούμε;» Άκου… αγκαλίτσες.
«Μα πώς μιλάς έτσι; Είναι ανάγκη να είσαι τόσο ωμή;»
«Με συγχωρείς. Η ζέστη, τα λόγια του παπά… Εννοείς ότι θες να κάνουμε έρωτα;»
«Γιατί όχι; Εμείς οι δύο έχουμε μια ιστορία».
«Τι ιστορία, ρε Γιωργάκη; Πριν από εφτά χρόνια είχαμε πάει διακοπές εγώ, ο αδερφός μου, η κοπέλα του, εσύ, και η φίλη μου η Βάσω, και πηδήχτηκες με τη Βάσω».
«Ναι, αλλά μου είχες πει ότι με συμπαθούσες».
Εμ… Δε σκέφτομαι προτού ανοίξω το ρημάδι μου.
«Ε, και;»
«Τι ‘ε, και;’ Έτσι αρχίζουν όλα. Από τη συμπάθεια».
«Έχουν περάσει εφτά χρόνια από τότε».
«Τι σημασία έχουν εφτά χρόνια;»
«Μπροστά στην αιωνιότητα;»
«Όχι, μπροστά στην καύλα».
«Μα πώς μιλάς έτσι; Είναι ανάγκη να είσαι τόσο ωμός;» τον ειρωνεύτηκα, όμως ο Γιωργάκης ήταν αποφασισμένος.
«Δεν το θέλω… Με ανάβεις».
«Τι σε άναψε απ’ αυτά που είπα; Από κλινικό ενδιαφέρον ρωτάω».
«Άρχισες τα τρελά σου, ε; Να, αυτό μ’ ανάβει. Που είσαι τσαούσα».
«Ε, άμα σ’ ανάβει αυτό, να σου πω μερικές χριστοπαναγίες, να χαϊδευτείς, να τελειώνουμε».
«Τι να κάνω;»
«Να μαλακιστείς, να τον παίξεις… πώς το λένε;»
«Έχεις αλλάξει πολύ, το ξέρεις; Δε μιλούσες έτσι εσύ».
«Πού να με δεις κιόλας».
«Τι εννοείς;»
«Εννοώ ότι από τότε που με ήξερες έχω πάρει τριάντα κιλά».
«Δε με νοιάζει. Λυχνίας σβησθείσης πάσα γυνή ομοία».
Να και παροιμίες ο Γιωργάκης!
«Πάλι καλά που δεν είπες ότι μόνο ο εσωτερικός κόσμος μετράει».
«Με δουλεύεις;»
«Όχι. Πώς σου ‘ρθε τώρα αυτό
«Άσε τ’ αστεία και πες μου. Να ‘ρθω;»
«Όχι».
«Τι όχι;»
«Όχι, να μην έρθεις».
«Δηλαδή τώρα μου λες ότι δεν θες να έρθω;»
«Ναι, τώρα σου λέω ότι δεν θέλω να έρθεις».
«Δηλαδή αρνείσαι;»
«Αρνούμαι, ναι».
«Να μην έρθω δηλαδή;»
«Γιωργάκη, μιλάμε σαν τους πρωταγωνιστές του Φώσκολου. Τελευταία φορά. Δε θέλω να έρθεις».
«Γιατί;»
«Έχω γκόμενο, ρε παιδάκι μου, πώς το λένε;»
«Είναι καλύτερος από μένα;»
«Ναι, είναι καλύτερος από σένα».
«Αποκλείεται».
«Ε, άμα σου λέω…»
«Άμα με δοκιμάσεις θ’ αλλάξεις γνώμη».
«Μόνο τη φέτα δοκιμάζω, Γιωργάκη. Όχι τους άντρες».
«Και πού είναι τώρα ο γκόμενός σου;»
«Στο σπίτι του».
«Άμα ήταν καλός θα τον είχες στο κρεβάτι σου».
Πόση υπομονή να κάνει ένας άνθρωπος;
«ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΘΑ ΣΟΥ ΔΩΣΩ, ΡΕ;» γκάριξα σαν τη Σαπφώ Νοταρά.
«Πω πω πω! Πώς κάνεις έτσι; Πολλά νεύρα βλέπω. Μήπως έχεις τα ρούχα σου
«Ε, ΝΑΙ, ΕΧΩ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΜΟΥ!» Τις ευκαιρίες πρέπει κανείς να τις αρπάζει απ’ τα μαλλιά.
«Ηρέμησε, κορίτσι μου… Γιατί δε μου το ‘λεγες από την αρχή και μου τσαμπούναγες για γκόμενους και κολοκύθια; Σιγά μην άντεχε γκόμενος μαζί σου».
«Ξέρεις να μιλάς σε μια γυναίκα».
«Έλα τώρα! Φίλοι είμαστε, ας μην κρυβόμαστε. Πάντως έπρεπε να μου το πεις. Εγώ σέβομαι τα γυναικεία θέματα. Θα σ’ αφήσω να ξεκουραστείς και θα σε πάρω σε καμιά βδομάδα. Σύμφωνοι;»
Δόξα σοι, ο Θεός ημών, δόξα σοι!
«Σύμφωνοι».
«Καληνύχτα, μωράκι μου».
«Καληνύχτα!» είπα και κατέβασα το ακουστικό.
Να μην ξεχάσω να τηλεφωνήσω το πρωί στον ΟΤΕ για να μου αλλάξουν το νούμερο, σκέφτηκα και γύρισα πλευρό.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Απορία

Παρασκευή, Ιουνίου 24, 2005
Μετά τον Μητροπάνο που αναρωτιόταν πού πουλάν' καρδιές, ήρθε η σειρά μου. Πού πουλάν' ζωή, βρε παιδιά; Get a life από δω, get a life από κει, get a life παραπέρα. Επιτέλους πείτε και σε μένα, τον φτωχό συμπέθερο, πού την πουλάνε τη ρημάδα.

"Όλοι γαμάνε σ' αυτή την πόλη, κι εγώ τρώω πατατάκια".

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Ο πόλεμος αρχίζει - Part 2 (ζα)

Πέμπτη, Ιουνίου 23, 2005
Πώς είπατε; Μας τα έχωσε ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος; Σιγά τον πολυέλαιο! Πού να δείτε τι μας σέρνουν άλλοι.

* Με το μαλακό τα υπογλώσσια. Ένα αρκεί.

Ανανέωση: Μετά τις τρομερές αποκαλύψεις του Ανωνύμου για την ταυτότητα του Πιτσιρίκου, άλλη μία που θα σοκάρει:

Έχει σχέση ο Πιτσιρίκος με το θάνατο του Χόφα;

Η απάντηση στο σχόλιο νο 12.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Αιέν Αριστεύειν

Τρίτη, Ιουνίου 21, 2005
Από το Tchotchke το περίμενα, απ΄ αλλού το πήρα το βραβείο (βλ. κατηγορία Blogs). Όπως είπα και στους ιδιοκτήτες του site, επόμενος στόχος μου το Χρυσό Βατόμουρο.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Μπλογκόσφαιρα ή blogόσφαιρα;

Κυριακή, Ιουνίου 19, 2005
Στο σοβαρό αυτό ερώτημα την καλύτερη απάντηση έδωσε ο Γιώργος από το Reality Τape, στο blog του ManifestoGR:

"Μπλογκοκενωνία λέγεται, παιδιά, μπλογκοκενωνία".

Εννοείται πως θα τον αντιγράψω στεγνά.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Ανώνυμοι κι Επώνυμοι

Σάββατο, Ιουνίου 18, 2005


Διαβάζοντας ένα post του Ναυτίλου για ένα σχόλιο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου σχετικά με την ανωνυμία στο Ίντερνετ, ήρθε στο μυαλό μου μια παροιμία που έλεγε ο παππούς μου: "Του κυρ-Παναγή τα λόγια, του γαϊδάρου οι πορδές". Όπου, ανάλογα την περίσταση, τη θέση του κυρ-Παναγή έπαιρνε ο εκάστοτε μπαρουφολόγος, του οποίου τα λόγια είχαν την αξία των πορδών του γαϊδάρου. Αυτή είναι η άποψή μου και για τα μουλιασμένα στη χολή σχόλια των ιντερνετικών ανωνύμων. Όπως οι πορδές, αφήνουν την προσωρινή μπόχα τους κι έπειτα χάνονται στη λήθη. Πόση σημασία να τους δώσει κανείς;

Για το ίδιο θέμα διαβάστε στα blogs Για σκέψου και Σπιτάκι.

Ανανέωση: Μετά το μπουρ-μπουρ και το μουρ-μουρ των τελευταίων ημερών σχετικά με το θέμα, ήρθε άλλο ένα σχόλιο από τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο.

* Μια κι έκανα τη ρημάδα την ανανέωση, άλλαξα και τη φωτογραφία του γαϊδάρου. Ο προηγούμενος ήταν Αμερικανός, ο τωρινός είναι του παππού μου. Δεν ήταν κρίμα κι άδικο να μην τον βάλω;

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Επιθυμία

Τετάρτη, Ιουνίου 15, 2005
Ίσως λόγω επαγγέλματος, ίσως λόγω διαστροφής, έχω μανία με τα λεξικά. Κάθε φορά που πηγαίνω ν΄αγοράσω βιβλία, σκαλίζω στα ράφια για περίεργα λεξικά. Όταν ήμουν μικρή έψαχνα σ΄ όποιο λεξικό έπεφτε στα χέρια μου τις λέξεις "κώλος", "μουνί" και "καυλί". Τι σχέση έχουν αυτά τα δύο γεγονότα; Έχουν. Γιατί θα ήθελα να βρω κάποτε σ' ένα ράφι το Λεξικό της Πούτσας. Θα περιέχει όλες τα αισχρόλογα, από τα πιο συνηθισμένα μέχρι τα πιο σπάνια. Κάνας λεξικογράφος εκεί έξω;


* Και ναι... πού να σφίξουν και οι ζέστες.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Χρόνια Πολλά!

Τρίτη, Ιουνίου 14, 2005



Να ζήσεις, Ξενούλα, και Χρόνια Πολλά,
μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά.
Παντού να σκορπίζεις της γνώσης το φως
και όλοι να λένε "να μία σοφός"!*




* Άκου "να μία σοφός"! Μου θυμίζει το "ξηροί καρποί θέλετε;".

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Οι εντιμότατοι φίλοι μου

Δευτέρα, Ιουνίου 13, 2005

Σίδερα μασάει ο Κουταλιανός,
τρένα σταματάει ο Κουταλιανός,
πέτρες ροκανίζει ο Κουταλιανός,
και βουνά γκρεμίζει ο Κουταλιανός...

Μπορεί ο Κουταλιανός να ροκανίζει πέτρες, εγώ όμως τις κατουράω. Τις τελευταίες μέρες έχω κατουρήσει τόσο γαρμπίλι ώστε σκέφτομαι ν’ ανοίξω μάντρα με υλικά οικοδομών, τουλάχιστον να πιάσουν τόπο οι πόνοι και η ταλαιπωρία. Δεν έχω όρεξη να εργαστώ (αυτό το γράφω γιατί ξέρω ότι με διαβάζουν κάποιοι από τους δύστυχους που μου δίνουν δουλειά), δεν έχω κέφι να μιλήσω σε κανέναν και να βγω έξω (αυτό το γράφω γιατί ξέρω ότι με διαβάζει κόσμος που δε με βρίσκει στα τηλέφωνα), δεν έχω διάθεση ν’ ασχοληθώ με το blog και να κάνω αυτά που από καιρό θέλω, δηλαδή να βάλω καινούρια links, να βγάλω όσα μας άφησαν χρόνους, και να τελειώσω επιτέλους εκείνο το ρημάδι το Μέρος Β΄ για τον Φιντέλ (αυτό το γράφω μπας και το διαβάσω εγώ και συνέλθω).

Τουλάχιστον κατάφερα να επιστρατεύσω λίγη καλή διάθεση για να διαφημίσω τους φίλους μου –που τόσο καιρό με ανέχονται: τη DiS, που δε χρειάζεται διαφήμιση, την Τύπος Νυχτερινός (πώς λέμε η Μήτσος;), που δεν έχει πολύ καιρό στη μπλογκόσφαιρα, και τον Violent Unknown Event, καινούριο στο χώρο, που πρέπει οπωσδήποτε να προμοτάρω γιατί γράφει για μένα και σκέφτομαι να τον κάνω προσωπικό μου βιογράφο. Διαβάστε τους.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Πάνω απ' όλα η υγεία

Παρασκευή, Ιουνίου 03, 2005



Σε ολόκληρη τη ζωή μου οι εμπειρίες μου με νοσοκομεία ήταν λίγες και –εξαιρώντας κάνα δυο φορές που μεταφέρθηκα στα Επείγοντα Περιστατικά– δεν αφορούσαν εμένα, αλλά συγγενείς ή φίλους που είχαν τη μια ή την άλλη, ευτυχώς, μικροπεριπέτεια. Πρόσφατα όμως το νεφρό μου αποφάσισε πως έφτασε η ώρα να διαπιστώσω από πρώτο χέρι πόσα απίδια βάζει ο σάκος και, παρότι η ιστορία μου είχε αίσιο τέλος σαν τις ταινίες του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, δεν θέλω να ξαναδώ νοσοκομείο ούτε ζωγραφιστό.

Η διάγνωση ήταν νεφρολιθίαση, δηλαδή πετρούλα στο νεφρό.
«Δεν πίνεις πολλά νερά, ε;» είπε ο γιατρός μου.
«Όχι», απάντησα. «Αλλά πίνω κάνα δυο λίτρα κόκα-κόλα την ημέρα».
Με κοίταξε λες και ήμουν η τρελή του χωριού. Δεν είχε άδικο. Είναι απίστευτες οι κοτσάνες που ξεφουρνίζει κανείς όταν τον πιάνουν στα πράσα και προσπαθεί να δικαιολογηθεί.
«Λάιτ», διευκρίνισα μουδιασμένη.
Ο γιατρός δεν μπήκε στον κόπο να σχολιάσει. Μάλλον είχε ήδη βγάλει τα συμπεράσματά του για τη διανοητική μου κατάσταση.
«Τι κάνουμε τώρα με το νεφρό;» ρώτησα.
«Θα τοποθετήσουμε pig-tail».
Γουρουνοουρά; Τι ήταν αυτό και πού ακριβώς θα το τοποθετούσαμε;
Αφού μου εξήγησε την ανατριχιαστική διαδικασία –εισαγωγή με καθετήρα από την ουρήθρα ενός σωλήνα στο νεφρό– πρόσθεσε: «Και μετά θα κάνουμε λιθοτριψία».
Η σκέψη ότι θα απαλλασσόμουν από τους απίστευτους πόνους μού έδωσε φτερά. Τα οποία μου ψαλίδισε ένα εικοσιτετράωρο αργότερα ο γιατρός, όταν τηλεφώνησε για να μου ανακοινώσει ότι σε τρεις μέρες θα έμπαινα στο νοσοκομείο και πως για την επέμβαση θα χρειαζόταν ολική νάρκωση, ενώ μέχρι τότε πίστευα ότι θα ξεμπέρδευα με μια τοπική.
Και κλάααμα η κυρία…

Παρά το φόβο για τη νάρκωση όμως δεν έβλεπα την ώρα να κάνω την επέμβαση. Έπαιρνα δυνατά αναλγητικά σε δόσεις πολύ μεγαλύτερες από τις ενδεδειγμένες γιατί δεν άντεχα άλλο να πονάω φριχτά. Το φάρμακο που μου είχε γράψει ο γιατρός υποτίθεται ότι έχει διάρκεια δράσης 4 με 6 ώρες. Σε μένα κρατούσε γύρω στα πενήντα λεπτά. Έπειτα άρχιζε ξανά το μαρτύριο.

Έτσι όταν έφτασε η ευλογημένη Δευτέρα της εισαγωγής μου στο νοσοκομείο, έφτασα εκεί νωρίτερα από το κανονικό, έκανα τις προληπτικές εξετάσεις που ζήτησε ο γιατρός μου, κι ανέβηκα στο δωμάτιό μου να περιμένω τη σειρά μου στο χειρουργείο. Καθόμουν στο κρεβάτι μου όταν μπήκε μέσα ένας νοσοκόμος με φορείο.
Με ρώτησε πώς με λένε, του απάντησα, και μου έδωσε μια πράσινη ημιδιάφανη ρόμπα.
«Γδυθείτε και φορέστε τη ρόμπα», μου είπε. «Θα σας κατεβάσω στο χειρουργείο».
«Πού να γδυθώ;» ρώτησα. Στο δωμάτιο δεν υπήρχε παραβάν, και η μεγάλη τζαμαρία πίσω μου δεν είχε κουρτίνες, αλλά περσίδες που ήταν τραβηγμένες ψηλά.
«Εδώ, πού αλλού;» απάντησε απορημένος ο νοσοκόμος, λες και ήταν αυτονόητο.
Α...

Στο δωμάτιο εκείνη τη στιγμή βρισκόταν άλλη μια ασθενής –που ήταν αρκετά διακριτική ώστε να κοιτάξει αλλού– και ο νοσοκόμος, που δεν κοίταξε αλλού. Από το αφηρημένο βλέμμα του όμως κατάλαβα πως σκεφτόταν πότε θα τέλειωνε η βάρδια του για να πάει σπίτι του, να ξεκουράσει το ταλαιπωρημένο του σαρκίο.
Έβγαλα τα ρούχα μου προσπαθώντας να παραστήσω την αδιάφορη, λες και καθημερινά ξεβρακωνόμουν μπροστά σε αγνώστους, και φόρεσα την ημιδιάφανη ρόμπα. Στο πίσω μέρος έμεινε ανοιχτή.

Στεκόμουν με τα τροφαντά οπίσθιά μου... διόρθωση... με τα γυμνά τροφαντά οπίσθιά μου στραμμένα στα ορθάνοιχτα παράθυρα. Σε μικρή απόσταση από τον τρίτο όροφο του νοσοκομείου όπου βρισκόταν το δωμάτιό μου υπήρχαν γραφεία. Η σκέψη των ανθρώπων που πιθανώς δούλευαν εκεί με απασχόλησε μόνο μερικά δευτερόλεπτα. Τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Το πολύ πολύ να νόμιζαν ότι το φεγγάρι είχε βγει πολύ νωρίς εκείνη τη μέρα.
«Ξαπλώστε, κυρία», είπε ο νοσοκόμος, που είχε τη χαρά ν’ αντικρίσει μπροστά του με σάρκα και οστά έναν πίνακα του Μποτέρο. «Μην ανησυχείτε, θα σας σκεπάσω», πρόσθεσε, προσπαθώντας να με κάνει να νιώσω άνετα.
Τώρα ησύχασα, σκέφτηκα και ξάπλωσα στο φορείο που έφερε δίπλα στο κρεβάτι μου.

Μέχρι να κατέβουμε στο χειρουργείο περάσαμε απ’ όλο το συνωστισμένο τρίτο όροφο. Αισθανόμουν σα σφάγιο σε ζωοπανήγυρη. Προσπάθησα να παρηγορηθώ με τη σκέψη ότι αφού δεν συγκράτησα τη φάτσα κανενός από τους επισκέπτες του νοσοκομείου δεν θα είχαν συγκρατήσει ούτε εκείνοι τη δική μου. Ο συλλογισμός μου έπασχε λιγάκι σε λογική, αλλά δεν βαριέσαι. Παρηγοριά στον άρρωστο μέχρι να βγει η ψυχή του... Να πάρει! Γιατί πάντα κάνω λάθος σκέψεις τη λάθος στιγμή; Το ίδιο συνέβαινε κι όταν ήμουν μικρή. Σκεφτόμουν τον Θεό κάθε φορά που έμπαινα στην τουαλέτα.
Το φορείο πέρασε δυο βαριές ατσάλινες πόρτες. Ξαφνικά η θερμοκρασία έπεσε κάμποσους βαθμούς.
Τι στο διάολο, σκέφτηκα. Στο χειρουργείο μ’ έφερε ή στο νεκροτομείο;
Άλλη μια λάθος σκέψη που δε βοήθησε καθόλου.
Ο νοσοκόμος με ξάπλωσε στο χειρουργικό τραπέζι, μου έβγαλε την ημιδιάφανη ρόμπα ολοκληρώνοντας την ευτυχία μου, και με σκέπασε μ’ ένα πράσινο σεντόνι.

«Καλώς την», με χαιρέτησε μια νεαρή γυναίκα που βρισκόταν στην αίθουσα.
«Γεια χαρά», είπα εγώ.
«Α, εσύ είσαι ευδιάθετη. Θα τα πάμε μια χαρά».
«Φροντίστε να βγω από δω μέσα ζωντανή και θα γίνουμε οι καλύτερες φίλες».
«Μην ακούω ανοησίες. Δεν θα καταλάβεις τίποτε».
Αυτό φοβάμαι, ήθελα να της πω, αλλά το κατάπια. Μαζί κατάπια και την επιθυμία να πηδήξω από το χειρουργικό τραπέζι και να πάρω τρέχοντας τους δρόμους μέχρι να πατήσω μαύρο χιόνι, με το πράσινο σεντόνι ν’ ανεμίζει πίσω μου σαν τη μπέρτα του Σούπερμαν.
Η κοπέλα μού κάρφωσε μια πεταλούδα στο χέρι, δηλαδή εκείνο το πλαστικό μαραφέτι από το οποίο σου δίνουν ορούς και φάρμακα. Έπειτα έριξε κάτι στις φλέβες μου με μια σύριγγα.
«Ό,τι κι αν μου δώσατε θα χρειαστεί διπλή δόση», αστειεύτηκα. Η αλήθεια είναι πως μόνο διάθεση γι’ αστεία δεν είχα. Ήμουν χεσμένη απ’ το φόβο μου με την προοπτική της νάρκωσης.
«Κουταμάρες. Μπορεί να είσαι μερικά κιλά παραπάνω, αλλά έχεις γλυκό πρόσωπο».
Τι καλός άνθρωπος. Σε λίγο θα με ρωτούσε ποια ήταν η τελευταία μου επιθυμία.
Ξαφνικά ένιωσα ελαφριά ζαλάδα.
«Έχετε βάλει φάρμακο για νάρκωση στην ένεση που μου κάνατε;» ρώτησα πανικόβλητη.

Το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι μια φωνή να λέει: «Πάρε ανάσα επιτέλους!»
Αισθάνθηκα κάτι να μου γδέρνει το λαρύγγι. Πήρα ανάσα, μισάνοιξα τα μάτια μου και είδα από πάνω μου μια θολή φιγούρα. Σε λίγα δευτερόλεπτα η όραση μου καθάρισε και αντίκρισα την κοπέλα που είχα πρωτοδεί μπαίνοντας στο χειρουργείο.
«Είσαι καλά;» με ρώτησε
«Μια χαρά», έκρωξα, και πόνεσε ο λαιμός μου.
Συνειδητοποίησα ότι η επέμβαση είχε τελειώσει. Δεν είχα αντικρίσει ένα λαμπερό φως, δεν είχα αισθανθεί μια παρουσία να με καλεί προς τα εκεί, δεν είχα δει από ψηλά τον εαυτό μου ξαπλωμένο στο χειρουργικό τραπέζι. Ένιωθα σαν να είχα βγει από το απόλυτο τίποτε. Σκέφτηκα πως κάπως έτσι πρέπει να είναι ο θάνατος κι αισθάνθηκα ανακούφιση.
«Ωραία εμπειρία ο θάνατος», μουρμούρισα.
«Και πού το ξέρεις εσύ;» ρώτησε η κοπέλα.
Πού να σου εξηγώ τώρα...
Στο οπτικό μου πεδίο εμφανίστηκε ο γιατρός μου.
«Ξέρεις πού βρίσκεσαι;» με ρώτησε.
«Ναι. Στη Γιουροβίζιον», απάντησα, μόνο και μόνο για να δω την αντίδρασή του. Καλά λένε πώς πρώτα σου βγαίνει η ψυχή και μετά το χούι. Αν δεν πάω από βίαιο θάνατο, είμαι σίγουρη ότι θα λέω εξυπνάδες ακόμα και στο νεκροκρέβατό μου.
«Μοιάζω με την Παπαρίζου;» είπε.
Περισσότερο με τον Κλούνεϊ στην Εντατική.
Σκέφτηκα να του πιάσω τον κώλο κι αναρωτήθηκα αν θα απέδιδε αυτή τη χειρονομία στην επίδραση των φαρμάκων της νάρκωσης. Τελικά δεν το έκανα. Θαύμασα την αυτοσυγκράτησή μου.
«Αμυδρά», του απάντησα.
Γέλασε. «Όλα πήγαν μια χαρά», μου είπε. «Πώς αισθάνεσαι;»
«Τόσο καλά που λέω να το ξανακάνω. Πόση ώρα πέρασε;»
«Τρία τέταρτα».
«Σας ταλαιπώρησα;»
«Απλώς σταμάτησες ν’ αναπνέεις».
Απλώς.
Προτίμησα να μην αναλύσω την απάντησή του.
«Θα μείνεις λίγο έξω να συνέλθεις κι έπειτα θα σε πάνε στο δωμάτιό σου. Θα κάνεις μια ακτινογραφία στο νεφρό, και αργότερα θ' ανέβω να σε δω».
«Να πείτε στη μαμά μου ότι είμαι καλά», του είπα.
«Μην ανησυχείς, θα την ειδοποιήσω. Μια που το ανέφερες, μπορείς να μου πεις γιατί την κουβάλησες μαζί σου;»
Σαράντα χρονών γαϊδάρα, τον φαντάστηκα να προσθέτει στο μυαλό του.
«Άμα είχατε μάνα τη δική μου μαμά δεν θα το ρωτούσατε αυτό», του απάντησα.
Μπήκε στο νόημα. Με χτύπησε με κατανόηση στον ώμο κι έφυγε.

Εμφανίστηκε ξανά ο βαριεστημένος νοσοκόμος και με βοήθησε να ξαπλώσω στο φορείο. Διαπίστωσα ότι μου είχαν βάλει καθετήρα. Μικρό το κακό –δεν τον ένιωθα. Ο νοσοκόμος μ’ έβγαλε έξω από το χειρουργείο και μ’ άφησε στην τύχη μου. Μια νοσοκόμα ήρθε και μου σκέπασε τη μύτη με μια διάφανη πλαστική μάσκα. «Οξυγόνο είναι», μου εξήγησε. «Κάνε υπομονή και σε λίγο θα φύγεις».
Κοίταξα δεξιά μου. Άλλο φορείο, με μια γυναίκα πάνω. Φορούσε κι εκείνη μάσκα, αλλά δεν είχε τις αισθήσεις της. Κοίταξα αριστερά μου. Ένας άντρας, με ένα σωρό μαραφέτια να βγαίνουν από διάφορα σημεία του κορμιού του. Έπιασε ένα σωλήνα που φαινόταν κολλημένος στο στέρνο του και τον πασπάτεψε. «Τι είναι αυτό;» ρώτησε πνιχτά, κάτω από τη μάσκα οξυγόνου. Μια νοσοκόμα πήγε κοντά του και του είπε να μην πειράζει τα μαραφέτια. Δεν ήθελα να μάθω τι του είχαν κάνει. Άρχισα να παίζω με τη μάσκα μου, βγάζοντας και φορώντας την, βγάζοντας και φορώντας την. Ήθελα να διαπιστώσω αν το οξυγόνο της αίθουσας είχε κάποια διαφορά από το οξυγόνο που μου έδιναν. Δεν είχε.
Η ίδια νοσοκόμα που κατσάδιασε τον άνθρωπο-χταπόδι ήρθε και σε μένα. «Αυτό είναι για μείνει εκεί που το βάλαμε», μου είπε ευγενικά αλλά αυστηρά, και τοποθέτησε τη μάσκα στη θέση της.
Κούνησα υπάκουα πάνω-κάτω το κεφάλι μου –και μαζί την πλαστική προβοσκίδα μου.

Περίπου ένα τέταρτο αργότερα ήρθε πάλι ο γνωστός νοσοκόμος. Ξανά μανά πασαρέλα μπροστά στους επισκέπτες του νοσοκομείου μέχρι να φτάσουμε με το φορείο στον τρίτο όροφο και το δωμάτιό μου. Αυτή τη φορά δε σκοτίστηκα όμως. Ούτε το άδειασμα από το φορείο στο κρεβάτι –και ενώ ήμουν γυμνή– με ένοιαξε. Είχα συνηθίσει τόσο το ξεβράκωμα ώστε ήμουν σίγουρη ότι βγαίνοντας από το νοσοκομείο μπορούσα άνετα να πιάσω δουλειά εξωτικής χορεύτριας σε στριπ-κλαμπ της πλατείας Ομονοίας.

Ο νοσοκόμος με σκέπασε σαν στοργικός πατέρας και τσίμπησε ένα δεκάρικο από τη μαμά μου που, απ' τη χαρά της που ήμουν ζωντανή έπειτα απ' τη φοβερή και τρομερή επέμβαση, μόνο που δεν μοίρασε πούρα Αβάνας σε όλους τους παρόντες.
Εγώ, από την άλλη, καθόμουν σ’ αναμμένα κάρβουνα. Τώρα πια ένιωθα τον καθετήρα και δεν έβλεπα την ώρα ν’ ανέβει ο γιατρός στο δωμάτιό μου για να του ζητήσω να τον βγάλει. Αντί γι’ αυτόν όμως ήρθε μια νοσοκόμα και μου έβαλε ορό.
«Πότε θα μου βγάλετε τον καθετήρα;» τη ρώτησα.
«Α, πολύ βιάζεσαι», μου απάντησε. «Αύριο στις εφτάμιση το πρωί».
Τι έκανε λέει;

Ενώ έβραζα στο ζουμί μου, στο δωμάτιο μπήκε ένας νεαρός νοσοκόμος, σπρώχνοντας ένα αναπηρικό καροτσάκι. Φώναξε το επίθετό μου.
«Εγώ είμαι», του είπα.
«Θα σας κατεβάσω στο ισόγειο για ακτινογραφία στο νεφρό», με πληροφόρησε. «Θα σας βοηθήσω να σηκωθείτε από το κρεβάτι. Σιγά σιγά, για να μη ζαλιστείτε. Μην κοιτάξετε κάτω».
Δεν κοίταξα κάτω. Κοίταξα όμως εκείνον καλά καλά. Ήταν περίπου μισό κεφάλι πιο κοντός από μένα –και δεν είμαι πρώτο μπόι– και είχε τη σωματική διάπλαση του Σεραφίνο σε περίοδο ισχνών αγελάδων. Εγώ πάλι έχω τη σωματική διάπλαση του Μαύρου Πητ σε περίοδο παχιών γελάδων.
«Εννοείς ότι θα με κατεβάσεις κάτω με το αναπηρικό καροτσάκι;» τον ρώτησα.
«Μάλιστα».
«Ελπίζω να έχεις ασφάλιση».
Με κοίταξε απορημένος.
«Για την κήλη που θα πάθεις», του εξήγησα.
Δε γέλασε. Μάλλον τους εκπαιδεύουν καλά στα νοσοκομεία.
«Είμαστε συνηθισμένοι, είναι η δουλειά μας αυτή», μου εξήγησε.
Αύριο κλαίνε, σκέφτηκα.
«Υπάρχει ένα μικρό πρόβλημα», είπα.
«Τι πρόβλημα;»
«Δεν φοράω τίποτε κάτω από το σεντόνι. Οι νοσοκόμες είπαν ότι θα περάσουν να με βοηθήσουν να ντυθώ, αλλά δεν ήρθαν ακόμα. Πώς θα κατέβω κάτω;»
Ο άντρας βγήκε από το δωμάτιο κι επέστρεψε με μια νοσοκόμα, που θα με βοηθούσε να φορέσω το νυχτικό μου χωρίς να βγει ο ορός από το χέρι μου.
Η κοπέλα πλησίασε στο κρεβάτι και ετοιμάστηκε να τραβήξει το σεντόνι μου.
«Μήπως μπορεί κάποιος να τραγουδήσει το You can leave your hat on;» ρώτησα.
Κανείς δεν εκτίμησε το αστειάκι μου.

Ντυμένη και ευπρεπισμένη, κάθησα στο αναπηρικό καροτσάκι. Ο νοσοκόμος τακτοποίησε τα περιφερειακά μου –δηλαδή τον ορό και το σακουλάκι του καθετήρα– και πήρε θέση.
Τώρα να σε δω, κάβουρα, πώς τα πηδάν τα κάρβουνα.
Έσπρωξε με δύναμη. Το καροτσάκι ίσα που κουνήθηκε.
«Μήπως έχεις πατημένο το φρένο;» ρώτησε η νοσοκόμα που στεκόταν πίσω του.
«Όχι... Εεε... Να, η κυρία είναι λίγο παχουλή».
Λίγο παχουλή. Οι ευφημισμοί θα σε φάν’ εσένα, σκέφτηκα.
«Να σηκωθώ να πάω με τα πόδια;» είπα. «Νιώθω μια χαρά».
«Όχι!» φώναξε έντρομος ο νοσοκόμος και τσακίστηκε να έρθει μπροστά στο καροτσάκι από φόβο μήπως δεν με προλάβει και σηκωθώ. «Πρέπει να σας πάω εγώ. Μπορεί να ζαλιστείτε».
«Μα νιώθω μια χαρά».
«Απαγορεύεται από το νοσοκομείο να πάτε με τα πόδια».
«Καλά. Μήπως πρέπει να κάνεις προθέρμανση, κάνα δυο κοιλιακούς, τροχάδην επί τόπου;»
Με κοίταξε ανέκφραστος. Ή που τους εκπαιδεύουν καλά στα νοσοκομεία ή που η αίσθηση του χιούμορ του είχε βουλιάξει μαζί με τις ελπίδες του να μετακινήσει με άνεση το καροτσάκι.

Πάντως ήταν επίμονος. Πήρε μια βαθιά ανάσα και ξανάσπρωξε. Επιτέλους τσουλήσαμε κι αρχίσαμε μια τρελή πορεία με ζιγκ-ζαγκ και οχτάρια. Όταν πλησιάζαμε επικίνδυνα στον τοίχο, έδινα μια με το χέρι μου στο ντουβάρι και ξαναμπαίναμε στον ίσιο δρόμο. Για λίγο είχα την τρελή φαντασίωση ότι το καροτσάκι μου το έσπρωχνε ο Βέγγος. Κάποτε φτάσαμε στο ασανσέρ. Σαν να μου φάνηκε ότι άκουσα τον νοσοκόμο να ξεφυσάει ανακουφισμένος. Τον λυπήθηκα.
«Υπομονή. Θα ξεκουραστείς λιγάκι μέχρι να κατέβουμε στο ισόγειο».
«Α, δεν υ... υ... πάρχει πρό...βλη...μα, μια χα...ρά εί...μαι», απάντησε ξέπνοος και στα πρόθυρα ανακοπής. Ήταν τόσο γλυκό το ψέμα ώστε λίγο έλειψε να τον ερωτευτώ.
Φτάσαμε στο ισόγειο. Δεύτερο Παρί-Ντακάρ με το καροτσάκι μέχρι το Ακτινολογικό. Στρίψαμε σε μια γωνία και είδα στο τέλος του διαδρόμου μια ανηφορική ράμπα.
Τα πιάσαμε τα λεφτά μας, σκέφτηκα.
«Δε μου λες...» είπα στο νοσοκόμο.
«Μάλιστα».
«Φαντάρος έχεις πάει;»
«Ναι. Γιατί;»
«Ε, αφού άντεξες το στρατό θ’ αντέξεις κι αυτό. Τη ράμπα την είδες;»
Γέλασε. Είχα κάνει λάθος τελικά. Η αίσθηση του χιούμορ του καλά κρατούσε. Ο ίδιος όχι και τόσο. Αν δεν έφταιγε η καλπάζουσα φαντασία μου, πρέπει να είχε κιτρινίσει λιγάκι.
«Μην ανησυχείτε, θα τα καταφέρουμε», με διαβεβαίωσε.
Εγώ ναι, εσύ όχι.
«Λέω να σηκωθώ, δεν μας βλέπει κανείς εδώ».
«Όχι! Πρέπει να σας πάω με το καροτσάκι!»
«Τι να σου πω, παιδάκι μου. Θα το φας το κεφάλι σου μια μέρα με την ξεροκεφαλιά σου».
Γέλασε ξανά.
«Μη γελάς, βρε, κράτα τις δυνάμεις σου. Θα μου μείνεις στον δρόμο και μετά θα πρέπει να σε μεταφέρω εγώ».
Στη ράμπα ο Ράμπο τα είδε όλα. Πέντε πόντοι μπροστά με το καροτσάκι, δέκα πίσω.
Προσπάθησα να τον εμψυχώσω σιγοτραγουδώντας το «Η ζωή τραβάει την ανηφόρα με σημαίες και με ταμπούρλα».
Με γέλια και αγκομαχητά φτάσαμε έξω από την πόρτα του Ακτινολογικού. Τον κοίταξα. Είχε αναψοκοκκινίσει και ήταν μούσκεμα. Μερικοί άνθρωποι κυριολεκτικά βγάζουν το ψωμί τους με τον ιδρώτα του προσώπου τους.
«Άξιος, άξιος!» του είπα και πετάχτηκα όρθια, σκοπεύοντας να κάνω τον υπόλοιπο δρόμο με τα πόδια.
«Ε! Πήρες φόρα!» διαμαρτυρήθηκε ο νοσοκόμος, ξεχνώντας τον πληθυντικό. Επόμενο ήταν. Οι κακουχίες μας είχαν φέρει κοντά. Ήμασταν πια φιλαράκια.
«Δεν πειράζει. Φτάσαμε τώρα», του είπα. Δεν έφερε άλλη αντίρρηση. Ο ηρωισμός έχει τα όριά του.

Έσπρωξα την πόρτα και μπήκα στην αίθουσα με τα ακτινολογικά μηχανήματα. Βρέθηκα μπροστά σε ένα τσούρμο από νεαρούς φοιτητές και φοιτήτριες. Με κοίταξαν όλοι καλά καλά. Στεκόμουν εκεί με το βαμβακερό γαλάζιο λουλουδάτο νυχτικό μου με τη δαντέλα στο λαιμό και τα μανίκια, με τα κατσαρά μακριά μαλλιά μου που, υπό κανονικές συνθήκες, θυμίζουν ταλιατέλες –και που τώρα θύμιζαν παραβρασμένες ταλιατέλες–, ένα σωλήνα να βγαίνει ανάμεσα απ' τα πόδια μου, μια φιάλη με ορό στο ένα χέρι, κι ένα πλαστικό σακουλάκι με τα ούρα μου στο άλλο. Υπέροχα... Τώρα ήξερα τι θα πει να είσαι η ψυχή του πάρτι.
«Έχει φέρει κανείς την Ούρσους;» ρώτησα.
Με κοίταξαν σαν να μου είχε φυτρώσει δεύτερο κεφάλι.
«Και το κέφι συνεχίζεται...» μουρμούρισα.
«Περάστε από δω», είπε η ακτινολόγος που εμφανίστηκε από πίσω τους.
Με πήγαν μπροστά σ’ ένα μηχάνημα απ’ αυτά που βγάζουν ακτινογραφίες θώρακος. «Ανεβείτε πάνω», είπε, «με την πλάτη στην πλατφόρμα και το πρόσωπο προς τα μένα».
«Με προσοχή», πρόσθεσε ο νοσοκόμος, που με είχε ακολουθήσει μέσα.
Φοβόταν μήπως χάσει το αγώγι ο καημένος.
Έκανα ό,τι μου είπαν, ενώ ο νοσοκόμος στερέωσε προσεκτικά στο μηχάνημα τα μαραφέτια που ήταν συνδεμένα στο κορμί μου.
Έπειτα, μαζί με την ακτινολόγο, προσάρτησαν χερούλια στην πλατφόρμα, αριστερά και δεξιά μου.
«Πιαστείτε γερά», είπε η ακτινολόγος. «Θα κατεβάσω την πλατφόρμα και θα σας ξαπλώσω».
Συμμορφώθηκα. Το μηχάνημα άρχισε να κατεβαίνει προς τα πίσω. Και να κατεβαίνει... Και να κατεβαίνει... Σε λίγο βρέθηκα με το κεφάλι χαμηλά και τις πατούσες ψηλά.
Μα τι κάνει; αναρωτήθηκα. Ώρες είναι να ξεχαστεί και να βρεθώ ανάποδα σαν τον Μουσολίνι.
Με φαντάστηκα να κάνω τούμπα προς τα πίσω στο μηχάνημα, να πέφτω από την πλατφόρμα, να χτυπάω στη διπλή πόρτα σαν μπάλα του μπόουλινγκ, να κυλάω στη ράμπα κι από κει να βγαίνω στον δρόμο.
Όταν παίρνω φόρα, φόρα κατηφόρα, ούτε ο Θεός ο ίδιος δε με σταματά.
«Πάρτε βαθιά ανάσα και κρατήστε την», είπε η ακτινολόγος.
Πώς; Εδώ πάσχιζα να μην παραστήσω άθελά μου τον Μελισσανίδη.

Τελικά όμως είναι αλήθεια αυτό που λένε, πως δηλαδή όταν υπάρχει θέληση υπάρχει και τρόπος. Έσφιξα τα δόντια και κατάφερα να μείνω στη θέση μου. Βοήθησαν βέβαια και τα απολυτίκια που έψαλα από μέσα μου για τους γιατρούς, τα νοσοκομεία, τον Δία και κάποιο πολύ ιδιαίτερο σημείο της Εύας.
Λίγη ώρα αργότερα, κι αφού ο νοσοκόμος πέρασε με επιτυχία το δεύτερο τεστ κοπώσεως με την επιστροφή μας στον τρίτο όροφο, ήμαστε στο δωμάτιό μου. Ο νεαρός μου ευχήθηκε «Σιδερένια» κι έγινε μπουχός, χωρίς να περιμένει να πάρει φιλοδώρημα. Ίσως φοβήθηκε μην του ζητήσουν να με πάει πουθενά αλλού με το καροτσάκι.
Πάνω στην ώρα ήρθε ο γιατρός.
«Γιατρέ!» φώναξα με την ανακούφιση μισοπεθαμένου που βλέπει μπροστά μου μια όαση.
«Πώς είμαστε;»
«Εσείς δεν ξέρω πώς είσαστε, εγώ νιώθω απαίσια. Βγάλτε μου τον καθετήρα, δεν τον αντέχω», είπα.
«Δεν γίνεται».
«Γιατί δεν γίνεται; Δεν τον θέλω!»
«Δεν τον βάλαμε για πλάκα. Θα μείνει στη θέση του μέχρι τις εφτάμιση το πρωί».
«Τώρα μιλάει ο σαδιστής εαυτός σας!»
«Στις εφτάμιση το πρωί».
«Τελευταία κουβέντα;»
«Τελευταία κουβέντα».
«Καλά. Αλλά να θυμάστε: αύριο θα είμαι όρθια», τον απείλησα.
Μου ‘ριξε μια ματιά που δεν μου άρεσε καθόλου.
«Γιατρέ, προσοχή! Έχετε δώσει τον όρκο του Ιπποκράτη. Δεν επιτρέπεται να βλάψετε άνθρωπο».
Χαμογέλασε. «Θα σε ξαναδώ αύριο το πρωί», είπε και έφυγε.
Ουστ!

Έμεινα ξαπλωμένη, με έκφραση οσιομάρτυρα. Η μαμά μου είχε βγει έξω με τον αδερφό μου, που ήθελε να καπνίσει. Ξαφνικά στην πόρτα εμφανίστηκε ο φίλος μου ο Νίκος. Με κοίταξε, χαμογέλασε πλατιά, πλησίασε στο κρεβάτι μου, με φίλησε και είπε γελώντας: «Έτσι όπως κοιτούσες το ταβάνι με την αφάνα σου απλωμένη στο μαξιλάρι ήσουν σαν την νύφη του Φρανκεστάιν».
Αν δεν σε παινέψουν οι φίλοι σου...
«Ζουλάς τον ορό μου», του είπα βλοσυρά, κι εκείνος τραβήχτηκε αλαφιασμένος. Κοίταξα ικανοποιημένη το γεμάτο ενοχή πρόσωπό του. Δεν ζουλούσε τον ορό μου, αλλά κάπως έπρεπε να πατσίσω το σχόλιο για τη νύφη του Φρανκεστάιν.
Προτού κάποιος με αποκαλέσει γκιόσα, ένα έχω να πω.
Ασθενής και οδοιπόρος αμαρτίαν ουκ έχει.

Την υπόλοιπη μέρα η γκρίνια μου ήταν τέτοια που με βαρέθηκαν ακόμα και οι δικοί μου. Ο καθετήρας κόντευε να με τρελάνει. Έφαγα με το ζόρι δυο πιρουνιές ανάλατο πουρέ και μερικές κουταλιές από ένα νερόπλυμα με φιδέ που μου έφεραν. Ανακάλυψα έναν μοχλό που άλλαζε την κλίση του κρεβατιού και κόντεψα να το ξεχαρβαλώσω με το ασταμάτητο ανέβα-κατέβα μέχρι να βρω μια θέση να με βολεύει. Με τα πολλά πρήστηκε το χέρι μου με την πεταλούδα και γύρισε αίμα από τη φλέβα στο σωληνάκι του ορού. Οι νοσοκόμες σίγουρα έπαιξαν με την ιδέα να μου κάνουν ένεση με κάνα βαρύ ναρκωτικό, να ξεραθώ, να ησυχάσουν. Όταν έφτασε η ώρα λήξης του επισκεπτηρίου, ακόμα και η μαμά μου που ήθελε μέχρι τότε να μείνει τη νύχτα κοντά μου, δέχτηκε με ανακούφιση την προτροπή μου να φύγει με τον αδερφό μου και αποχώρησαν. Κοιμήθηκα δυο τρεις ώρες, και ξύπνησα ξανά. Από την τσαντίλα δεν μ' έπαιρνε με τίποτε ο ύπνος.

Σκέφτηκα να βγάλω μόνη μου τον καθετήρα, αλλά δεν τόλμησα. Μην ξέροντας λεπτομέρειες για το πώς ακριβώς τον είχαν τοποθετήσει, φοβόμουν μήπως τραβήξω μαζί του και κάποιο όργανο. Μπορεί να θαυμάζω τον εσωτερικό μου κόσμο, αλλά δεν ήθελα να βρεθώ φάτσα με φάτσα μαζί του. Έριξα μια ματιά στις άλλες ασθενείς. Κοιμούνταν βαθιά. Ανακάθησα στο κρεβάτι μου, περίμενα να περάσει η απότομη ζαλάδα που μου ‘ρθε, σηκώθηκα και, τραβώντας τη ράβδο με τα ροδάκια από την οποία κρεμόταν ο ορός μου, βγήκα σιγά σιγά στον διάδρομο. Εκτός από άλλα δυο-τρία ζόμπι με νυχτικά, πιτζάμες, καθετήρες, ορούς και λογιών λογιών εξαρτήματα, που περιφέρονταν εδώ κι εκεί όπως εγώ, δεν υπήρχε κανείς στον όροφο. Το σκηνικό μού θύμισε ταινία τρόμου της πυρκαγιάς. Περιπλανήθηκα σαν την άδικη κατάρα για λίγο κι έπειτα επέστρεψα στο δωμάτιό μου, σκαρφάλωσα στο κρεβάτι μου, και περίμενα να πάει η ώρα εφτάμιση βγάζοντας καπνούς από τ΄ αφτιά.

Γύρω στις πεντέμιση το πρωί, το σύμπαν, που μέχρι εκείνη τη στιγμή συνωμοτούσε για να γίνει αυτό που ήθελα αλλά μάλλον είχε πέσει πολλή δουλειά και άργησε, έστειλε μια νοσοκόμα να τσεκάρει τις ασθενείς στο δωμάτιό μου. Εκείνη, είτε επειδή με λυπήθηκε, είτε επειδή σιχάθηκε η ψυχή της τη μουρμούρα μου κι εμένα μαζί, μου έβγαλε τον καθετήρα με ένα απλό τράβηγμα. Κοιμήθηκα σαν πουλάκι -συγκεκριμένα σαν κουρούνα- μέχρι τις εννιάμιση το πρωί, οπότε ήρθε ο γιατρός και με πληροφόρησε ότι υπέγραψε το εξιτήριο και μπορούσα ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ να φύγω.
Ακόμα τρέχω...

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα