<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\758823282\46blogName\75%CE%97+%CE%9A%CE%9F%CE%A5%CE%A1%CE%9F%CE%A5%CE%9D%CE%91\46publishMode\75PUBLISH_MODE_BLOGSPOT\46navbarType\75BLUE\46layoutType\75CLASSIC\46searchRoot\75http://kourouna.blogspot.com/search\46blogLocale\75el_GR\46v\0752\46homepageUrl\75http://kourouna.blogspot.com/\46vt\0755161785943150307702', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Ολική επαναφορά

Σάββατο, Αυγούστου 20, 2005
Image Hosted by ImageShack.us

«Γιάννα! Άσε, παιδάκι μου, τ’ αφτιά της Κοπέλας!» παρακαλούσε αποκαμωμένος ο πατέρας μου και με τραβούσε απ’ τα πόδια. «Δήμητρα, τράβα πιο δυνατά το σκυλί!» φώναζε στη μάνα μου.

Αυτή η σκηνή επαναλαμβανόταν κάθε φορά που φεύγαμε απ’ το χωριό, από το σπίτι των παππούδων μου, για να επιστρέψουμε στην Αθήνα. Εγώ έκλαιγα και οδυρόμουν όταν έφτανε η στιγμή της αναχώρησης, και γαντζωνόμουν απ’ όπου προλάβαινα, ενώ ο πατέρας και η μάνα μου προσπαθούσαν να με ξεκολλήσουν –απ’ τα κάγκελα της βεράντας, απ’ την ουρά του γαϊδάρου, απ’ την κοτσίδα της γιαγιάς μου. Μ’ αυτό τον τρόπο το σκυλί του παππού μου, η Κοπέλα, απέκτησε αφτιά μεγάλα σαν βατραχοπέδιλα, κι εγώ απωθημένο με τους αποχαιρετισμούς.

Καθώς απομακρυνόμασταν με τ’ αμάξι μας, τον Κίτσο, ο παππούς και η γιαγιά μου στέκονταν στη βεράντα με πένθιμη διάθεση, λες και φεύγαμε μετανάστες στην Αμερική. Η γιαγιά μου σκούπιζε τα μάτια της με την άκρη της μαντίλας της, ο παππούς μου, σκασμένος, στριφογύριζε στα χέρια του την τραγιάσκα του, κι εγώ έμενα κολλημένη με το μούτρο στο πίσω τζάμι και τους κοίταζα σαν αδέσποτο κουτάβι μέχρι που ο Κίτσος έστριβε στη γωνία του δρόμου και δεν μπορούσα πια να τους δω. Μερικές φορές, όταν τύχαινε να έχει χαρτζιλίκι το σκυλί, έβλεπα τα βεγγαλικά που έριχνε για να γιορτάσει την ελευθερία του.

Σ’ όλη τη διαδρομή των δεκαπέντε χιλιομέτρων απ’ το χωριό έως τα Καλάβρυτα μουρμούριζα και γκρίνιαζα αδιάκοπα για το χαμένο παράδεισο. Αντίο, θεια Χρυσάνθη... Αντίο, μπαρμπ’ Αργύρη... Αντίο, Κική... Αντίο, Βαγγέλη, Νίτσα, Θανάσω, Κοπέλα... Αντίο, δεινόσαυροι... Αντίο, αρνάκια, κατσικούλες, γουστερίτσες, σερσέγκια... Αντίο Ινδιάνοι... Αντίο κακοί γερμανοί στρατιώτες... Έχετε γεια γατόψαρα... Σας χαιρετώ, καβούρια... Σας φιλώ, βατράχια... Οι γονείς μου με άκουγαν και αναρωτιόντουσαν ποια ήταν η ποινή για παιδοκτονία εν βρασμώ ψυχής.

Απ’ τα Καλάβρυτα και μετά τα πράγματα ηρεμούσαν κάπως. Είχαμε φτάσει πια στον πολιτισμό, κι αυτό σήμαινε πως έπρεπε να πάρω απόφαση ότι γυρίζαμε στην Αθήνα. Ατένιζα με καρτερική μελαγχολία τα έλατα πέρα απ’ το παράθυρό μου, αναστέναζα μελοδραματικά, έκανα δυο τρεις εμετούς σε ένδειξη διαμαρτυρίας όσο διαρκούσε το κατέβασμα των φιδογυριστών στροφών από το Μέγα Σπήλαιο μέχρι την Ακράτα, μου ερχόταν κατούρημα στην εθνική μόνο όπου δεν υπήρχε πάρκινγκ, και δοκίμαζα την υπομονή της μάνας μου ζητώντας επίμονα κουλούρια, καραμέλες, νερό, πορτοκαλάδα, και σουβλάκια. Στο μεταξύ οι δικοί μου έταζαν λαμπάδες στην αγία Βαρβάρα, την εκκλησία της ενορίας μας στη Δάφνη, προκειμένου να πέσω σε αφασία. Λίγο πριν απ’ την Κόρινθο το τάμα έπιανε τόπο και ξεραινόμουν μέχρι που φτάναμε στο σπίτι μας, τρανή απόδειξη ότι σ’ εκείνους τους αθώους καιρούς οι άγιοι βολεύονταν ακόμα με τις ταπεινές προσφορές –αργότερα, όπως όλοι μας, έγιναν κι αυτοί ανικανοποίητοι και αχόρταγοι.

Τα χρόνια πέρασαν, όμως δεν πήραν μαζί τους την αγάπη μου για το χωριό του πατέρα μου. Ενήλικη πια επέστρεφα εκεί κάπου κάπου, όπως ο δολοφόνος στον τόπο του εγκλήματος, ακόμα κι αφότου πέθαναν οι παππούδες μου. Τώρα δεν καθόμουν πίσω από τον πατέρα μου («Ντίνο, κάτσε πίσω απ’ τη μαμά και σκάσε!»), δεν κρατούσα φανταστικό τιμόνι, ούτε πατούσα αόρατα πετάλια. Οδηγούσα εγώ το αμάξι –ένα άλλο αμάξι, όχι τον Κίτσο–, και μπορούσα να σταματήσω για σουβλάκια και κατούρημα όπου μου άρεσε. Μόνο που δε σταματούσα πουθενά, γιατί όταν είσαι μόνη σου δεν έχει πλάκα.

Μετά ο πατέρας μου πήρε σύνταξη και πραγματοποίησε το όνειρό του. Έριξε μούντζα στην Αθήνα και μαύρη πέτρα πίσω του, πήρε τα μπογαλάκια του –και τη μάνα μου μαζί– και επέστρεψε στο χωριό, να ζήσει εκεί τα υπόλοιπα χρόνια του. Όπως ήταν φυσικό, οι επισκέψεις μου έγιναν ακόμα πιο συχνές. Χριστούγεννα, Πάσχα, σαββατοκύριακα, γιορτές, στα καλά καθούμενα, μπαίνω στο αμάξι και την κοπανάω. Με το που περνάω τον Ισθμό συμβαίνει κάτι μαγικό. Όλες μου οι έγνοιες μένουν πίσω, σαν λαθρομετανάστες που τους τσακώνουν στα σύνορα. Με πιάνει μια ευχάριστη ταχυπαλμία και αδημονώ να δω τη στροφή στη δημοσιά μετά τα Καλάβρυτα, που βγάζει, έπειτα από ένα χιλιόμετρο ελεεινού καρόδρομου («γαμώ το σπίτι σου, καργιόλη πρόεδρε»), στο χωριό.

Αυτή τη φορά, καθώς έστριψα από τη δημοσιά και είδα μπροστά μου την Αγία Τριάδα, το ξωκκλήσι στην αρχή του δρόμου του χωριού, διαπίστωσα ότι κάτι είχε αλλάξει.
Στον ασβεστωμένο μαντρότοιχο της εκκλησίας με παχιά, γυαλιστερά, κόκκινα γράμματα, κάποιος είχε γράψει: ΚΕΡΑΤΑ! ΔΙΩΞΤΕ ΤΟΥΣ ΓΑΜΙΑΔΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΣΑΣ!!!
Πρόοδος, σκέφτηκα. Εφημερίδα τοίχου στην ορεινή Αχαΐα.
Στην άκρη του μαντρότοιχου καθόταν ο μπαρμπα-Βασίλης, που ΄χε δώσει τα χρήματα για να χτιστεί η Αγία Τριάδα, και κάπνιζε σαν αράπης. Είχα πάρα πολύ καιρό να τον δω.
Σταμάτησα μπροστά του με το αυτοκίνητο.
«Γεια σου, μπαρμπα-Βασίλη!»
«Καλώς την! Είδες πώς καταντήσανε το εκκλησάκι μου;» με ρώτησε αγανακτισμένος.
«Ποιοι τα γράψανε αυτά, μπάρμπα;»
«Κάτι λεβέντες απ’ τ’ απέναντι χωριό», είπε.
«Γιατί;»
«Για να μπουν στο μάτι μιανού συχωριανού τους που καβαλάει μια δικιά μας παντρεμένη».
«Ντροπή, μπάρμπα!» τον κατσάδιασα τάχα μου, κι έσκυψα το κεφάλι για να μη δει ότι χαμογελούσα.
«Γιατί; Εγώ την καβαλάω; Κείνος που την καβαλάει πρέπει να ντρέπεται», μου είπε απτόητος. «Άντε, τράβα τώρα στο δρόμο σου μη σε φάει η ζέστα. Και πού ΄σαι...»
«Ναι, μπάρμπα;»
«Μη με ξεχνάς, ε; Άμα ξεχνάς τους πεθαμένους χάνονται μια και καλή».
«Μην ανησυχείς, μπάρμπα. Δεν ξεχνιέσαι με τίποτα εσύ», του είπα γελώντας.
Κούνησε το χέρι του, μου ΄κλεισε το μάτι και χάθηκε στο φως του ήλιου.

Στη διαδρομή μέχρι το χωριό είδα μια ντουζίνα ανθρώπους. Μόνο δυο τρεις απ' αυτούς ήταν ζωντανοί. Οι υπόλοιποι μας έχουν αφήσει χρόνους εδώ και καιρό, όμως εξακολουθούν να περιφέρονται στους δρόμους του χωριού γιατί εκείνοι που ζουν ακόμα είναι πολύ γέροι και βαριεστημένοι για τέτοιες περιπέτειες. Ανάμεσά τους είδα και τον Αζώρ, το μαύρο αγριόσκυλο του μπαρμπα-Θόδωρου. Κάποτε που ο μπάρμπας έκοβε το τριφύλλι με την κόσα, έδωσε μια στο σκυλί που κοιμόταν αμέριμνο μες στο δροσερό χορτάρι, κι από τότε το ζώο κούτσαινε. Φαίνεται ότι άνθρωποι και ζώα κρατάνε τα κουσούρια τους στην άλλη ζωή, γιατί ο Αζώρ κούτσαινε ακόμα. Όμως δε με γάβγισε όπως έκανε κάθε φορά που περνούσα από μπροστά μου. Ίσως ο θάνατος τον έχει ημερέψει.

Καθώς πλησίαζα στο σπίτι μας, άκουσα τα γαβγίσματα του Νταλί, του σκύλου του πατέρα μου. Με είχε αντιληφθεί και χοροπηδούσε ξετρελαμένος πίσω από την πόρτα της αυλής. Όταν μπήκα μέσα, κρατώντας το σακίδιό μου, όρμησε πάνω μου και, όπως πάντα, κατούρησε τα πέδιλά μου απ’ τη χαρά του.
«Να, σιχαμένε!» του είπα και του ΄ριξα ένα φάσκελο. Έπειτα του χάιδεψα το κεφάλι, ενώ εκείνος με έγλειφε όπου πρόφταινε.
«Αυτόν γιατί δεν τον βασανίζεις όπως βασάνιζες εμένα;» ακούστηκε πίσω μου μια φωνούλα όλο παράπονο.
Γύρισα και αντίκρισα την Κοπέλα, που είναι φευγάτη εδώ και είκοσι πέντε χρόνια. Δεν είχε αλλάξει καθόλου. Ήταν γλυκούλα και μικροκαμωμένη όπως τότε που ήμουν παιδί, με τη διαφορά πως το κανελί κορμί της τώρα ήταν μισοδιάφανο. Πίσω από το στέρνο της ξεχώριζαν οι λαμπεροί πορτοκαλιοί κατηφέδες και οι ζωηρές πράσινες μέντες που έχει φυτέψει η μάνα μου στην αυλή.
«Θυμάσαι τότε που ήμουν κουταβάκι και με καπάκωνες με το κουτί των παπουτσιών; Ξεκαρδιζόσουν στα γέλια όταν το έβλεπες να περπατάει καθώς προσπαθούσα να το σκάσω, αλλά εγώ έτρεμα απ’ το φόβο μου μες στο σκοτάδι», είπε το σκυλί. «Για να μην πω για τα κυπαρισσόμηλα που μου ΄δενες στην ουρά με χοντρό κόκκινο νήμα για να την κυνηγάω, και τις βουτιές στο σαπουνόνερο της σκάφης για να με βαφτίσεις».
Κοίταξα αλλού, νιώθοντας άβολα. Μα τι διάβολο… αναρωτήθηκα. Υποτίθεται ότι οι καμήλες και οι ελέφαντες δεν ξεχνάνε τίποτε, όχι τα σκυλιά. Πώς τα θυμάται όλα αυτά; Έπειτα σκέφτηκα ότι δεν τα θυμόταν εκείνη αλλά εγώ, αφού η Κοπέλα ήταν γέννημα του μυαλού μου, αλλά έγινε υπερβολικά πολύπλοκο το πράγμα και προτίμησα να συνεχίσω την κουβέντα μαζί της.
«Ήμουν μικρή τότε, και ξέρεις πώς είναι τα παιδιά», δικαιολογήθηκα. «Σε αγαπούσα πολύ όμως».
«Το ξέρω», μου είπε και ήρθε να τριφτεί στα πόδια μου, κουνώντας την ουρά της.
«Πώς τα περνάς στην άλλη ζωή λοιπόν; Καλύτερα απ’ όταν ήσουν μαζί μας;»
«Και ποιος σου είπε ότι υπάρχει άλλη ζωή;» με ρώτησε απορημένη και μασούλησε μια παραγινωμένη μούρα που είχε πέσει απ’ τη μουριά της αυλής, όπως έκανε τότε που ζούσε.
«Μα εσύ είσαι η απόδειξη», απάντησα.
«Ωραία απόδειξη! Πώς είσαι σίγουρη ότι με βλέπεις;» είπε πονηρά και με κοίταξε με τα τρυφερά, καστανά μάτια της.
Χαμογέλασα. Είχε δίκιο. Δεν μπορούσα να είμαι σίγουρη ότι την έβλεπα. «Πάντα ήσουν έξυπνο σκυλάκι», την καλόπιασα.
Τότε έσκυψε το κεφάλι της και μου ΄κοψε μια γερή δαγκωνιά στον αστράγαλο.
«Ε!» φώναξα πονεμένα. «Τώρα γιατί το ΄κανες αυτό;»
«Γιατί κι εγώ σ’ αγαπάω πολύ», απάντησε η Κοπέλα και, γυμνώνοντας τα δόντια της, χαμογέλασε με κείνο τον παράξενο τρόπο που χαμογελούν καμιά φορά τα σκυλιά.
Έσκυψα να της ξύσω τ’ αφτιά, αλλά εξαφανίστηκε προτού την αγγίξω. Μου έκανε νάζια για να με τιμωρήσει που της τα ξεχείλωνα όταν ήμουνα παιδί.
«Εσύ τι λες για όλα αυτά;» ρώτησα τον Νταλί, που εξακολουθούσε να χοροπηδάει χαρούμενος γύρω απ’ τα πόδια μου.
«Γαβ!» έκανε εκείνος. Τι να μου πει; Μιλάνε οι σκύλοι;

«Αχ, μωρ’ Γιάννα!» είπε η γιαγιά μου απ’ το κεφαλόσκαλο, κοιτώντας τα πέδιλά μου. «Πάλι σε κατούρησε το αφορεσμένο; Στειλιάρι που θέλει! Άμα ζούσα θα το κανόνιζα».
«Έλα τώρα, γιαγιά. Σκυλί είναι, μην το συνερίζεσαι», της είπα κι ανέβηκα τα πέτρινα σκαλιά. «Τι κάνεις;» τη ρώτησα και την αγκάλιασα σφιχτά.
«Τι να κάνω... Ακόμα περιμένω να μ’ ανάψεις το καντήλι. Θυμάσαι που σου ΄λεγα πως όταν πεθάνω ούτε το καντηλάκι δε θα ΄ρχεσαι να μου ανάβεις; Κάτι ήξερε η κυρά-Γιαννούλα», μου είπε με ύφος ανθρώπου που έχει πάντα δίκιο.
Προφανώς ήταν η μέρα των παραπόνων.
«Αμάν, βρε γιαγιά! Ακόμα δεν ήρθα, άρχισες τη μουρμούρα; Αφού ξέρεις ότι δεν πιστεύω. Δεν τα ΄παμε τόσες φορές;»
«Τα ΄παμε, αλλά δεν τα καταλαβαίνω εγώ αυτά, παιδάκι μου. Τι θα πει δεν πιστεύεις; Θα μας κάψει ο Θεός! Πιστεύω εγώ. Θα μου τ’ ανάψεις το καντηλάκι;»
«Σου χαλάω χατίρι; Θα σου το ανάψω προτού φύγω», την καθησύχασα. «Έλα τώρα να κάτσουμε εδώ, να τα πούμε λιγάκι».
Άφησα κάτω το σακίδιό μου, κάθησα στο κεφαλόσκαλο και η γιαγιά μου βολεύτηκε δίπλα μου. Στήριξα στο γόνατό μου τον αγκώνα μου, ακούμπησα το κεφάλι μου στο χέρι μου και την κοίταξα λοξά. Σήμερα φορούσε το καφέ μαντίλι της, του σπιτιού. Είχε ένα για κάθε περίσταση. Άλλο για το σπίτι, άλλο για τα χωράφια, άλλο για την εκκλησία, άλλο για το πανηγύρι της αγίας Κυριακής. Ξέσκεπη –χωρίς μαντίλι δηλαδή– την έβλεπα μόνο όταν κοιμόταν. Ποτέ άλλοτε.
«Μη στηρίζεις το κεφάλι σου στο χέρι, δεν κάνει», με μάλωσε.
«Ωχ, βρε γιαγιά, με τις δεισιδαιμονίες σου!» μουρμούρισα, όμως κατέβασα το χέρι μου. Με την κυρά-Γιαννούλα δεν τα έβαζες ποτέ –ήξερες ότι θα βγεις χαμένος.
«Ο παππούς ακόμα μου κρατάει μούτρα επειδή δεν ήρθα στην κηδεία του;» τη ρώτησα. Από τότε που είχε πεθάνει δεν είχε εμφανιστεί ούτε μια φορά. Μόνο στα όνειρά μου τον έβλεπα.
«Ε, τον ξέρεις τον παππού σου, είναι παραπονιάρης. Θα ΄ρθει, μη χολοσκάς», είπε όταν με είδε να σκοτεινιάζω, και μου χτύπησε απαλά το χέρι με το δικό της.
Μείναμε αμίλητες για λίγο.
«Παραδέξου όμως ότι μας βγήκε σε καλό που δεν ήρθα», της είπα τελικά. «Αν έβλεπα τον Ντίνο να παραπατάει και να πέφτει στον τάφο δε θα κατάφερνα να κρατηθώ. Βούκινο θα γινόμασταν».
Στο χωριό, όταν πεθαίνει κάποιος τον βάζουν στον ίδιο τάφο με τον τελευταίο νεκρό της οικογένειάς του. Ο παππούς πέθανε πολλά χρόνια μετά τη γιαγιά, έτσι έπρεπε ν’ ανοίξουν τον τάφο της για να τον κηδέψουν μαζί της. Καθώς λοιπόν ξέθαβαν τα κόκαλα της γιαγιάς για να τα πλύνουν με κρασί, να τα τυλίξουν μ’ ένα πανί και να τα βάλουν δίπλα στον παππού, ο αδερφός μου παραπάτησε, έπεσε στον τάφο κι έκανε θρύψαλα ό,τι είχε απομείνει από κείνη. «Δεν ήξερα αν έπρεπε να γελάσω ή να κλάψω», μου είπε προβληματισμένος, όταν τον είδα στην Αθήνα μέρες μετά την κηδεία. Στη θέση του δε θα είχα συγκρατηθεί, θα είχα πέσει κι εγώ μέσα. Απ’ τα γέλια.
«Όχι τίποτ’ άλλο, μου χάλασε τη μασέλα το παλιόπαιδο!» μουρμούρισε η γιαγιά μου. Κοιταχτήκαμε κι αρχίσαμε να χαχανίζουμε.
«Στενοχωρήθηκε ο καημένος», είπα.
«Πες του ότι δεν πειράζει. Σκόνη είχα γίνει, έτσι κι αλλιώς».
«Γιαγιά, άμα του πω ότι μιλάω μαζί σου θα με περάσει για παλαβή».
«Καλά λες, παιδάκι μου. Άσ’ το καλύτερα», συμφώνησε.
Ο Νταλί την κοίταξε με τη γλώσσα του να κρέμεται ανάμεσα απ’ τα δόντια του.
«Μα τι κοιτάει έτσι αυτό το κακόχρονο; Με βλέπει;» ρώτησε η γιαγιά μου.
«Ξέρω γω, βρε γιαγιά; Σκυλί είναι, υποτίθεται ότι έχει έκτη αίσθηση. Ίσως σε βλέπει», απάντησα.
«Ουστ, κοπρίτη!» πρόγκιξε τον Νταλί η γιαγιά μου.
Εκείνος γύρισε ανάσκελα και περίμενε να του χαϊδέψω την κοιλιά. Έκτη αίσθηση του κώλου!
«Άντε, ώρα να πηγαίνω κι εγώ», είπε η γιαγιά μου και σηκώθηκε όρθια.
«Γιαγιά!» φώναξα με βιάση, για να την προλάβω.
«Έλα, παιδάκι μου».
«Πες στον παππού όταν εμφανιστεί να μην είναι νύχτα, γιατί θα πάω από συγκοπή. Μπορεί να μην πιστεύω, αλλά φοβάμαι τα φαντάσματα!»
«Αχ, μωρ’ Γιάννα...» είπε η γιαγιά μου και διαλύθηκε στον αέρα.

Μπήκα στο σπίτι. Οι γονείς μου έλειπαν. Άφησα τα πράγματά στο δωμάτιό μου και βγήκα στη βεράντα. Στον κήπο, κάτω από την κυδωνιά, στεκόταν ο αδερφός μου. Φορούσε κίτρινο μακό μπλουζάκι και χακί σορτς. Ήταν γύρω στα έξι.
«Ντίνο! Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ;» του φώναξα από τη βεράντα. «Αφού είσαι ακόμα ζωντανός!»
Σήκωσε το κεφάλι του, με κοίταξε, και χαμογέλασε. Του ΄λειπε ένα δόντι. «Καλά κρασιά!» είπε. «Αν δεν μπορείς να ξεχωρίσεις μια ανάμνηση από ένα φάντασμα, ζήτω που καήκαμε».
«Εσύ δηλαδή είσαι ανάμνηση;»
«Εμ!»
«Και τι έκανες κάτω απ’ την κυδωνιά;»
«Τι κάναμε, να λες. Φτιάξαμε λασπότουρτες εγώ, εσύ και η Αλέκα, και είπατε ότι η δική μου ήταν η καλύτερη. Δε θυμάσαι;»
Θυμόμουν. Είχαμε κάνει διαγωνισμό λασπότουρτας κι ο Ντίνος είχε στολίσει τη δική του με πλαστικές κόκκινες μαργαρίτες απ’ τα χαλασμένα λαμπιόνια του χριστουγεννιάτικου δέντρου που είχε ξεθάψει από το κατώι. Με την ξαδέρφη μου είχαμε συμφωνήσει ότι του άξιζε το πρώτο βραβείο και του χάρισα –με βαριά καρδιά είναι η αλήθεια– έναν τόμο των Μικρών Εξερευνητών.
«Εγώ και η Αλέκα πού είμαστε τώρα;» τον ρώτησα.
«Πήγατε να πλύνετε τα χέρια σας. Να, έρχεστε!» φώναξε και φωτίστηκε η φάτσα του.
Κοίταξα προς τα κει που έδειχνε και είδα τον εαυτό μου στα δέκα να κατεβαίνει δύο δύο τα σκαλιά, μαζί με την ξαδέρφη μου. Πήγαμε κοντά στον Ντίνο, κάτι μουρμουρίσαμε κι έπειτα βγήκαμε και οι τρεις απ’ την αυλή.

Ήξερα πού πηγαίναμε. Μας παρακολούθησα μέχρι που χαθήκαμε πίσω απ’ το παλιό δημοτικό σχολείο που εδώ και χρόνια, αφού δεν υπάρχουν πια παιδιά στο χωριό, είναι κοινοτικό γραφείο. Ήξερα τι θα γινόταν στη συνέχεια. Θα βρίσκαμε σε μια μηλιά, κρεμασμένο σαν πελώριο ώριμο σταφύλι, ένα μελίσσι, και θα τρέχαμε ενθουσιασμένοι να το πούμε στον κυρ-Γιώργη, τον πρόεδρο του χωριού, που είχε τις κυψέλες του σ’ ένα χωράφι δίπλα στο σπίτι μας. Ο κυρ-Γιώργης, που το ένα μάτι του ήταν χαλασμένο και που, πίσω απ’ την πλάτη του, όλο το χωριό τον φώναζε Νταγιάν, ευχαριστημένος που δε θα ΄χανε το παραστρατημένο μελίσσι, θα μας έδινε ένα βάζο μέλι με μια κηρύθρα μέσα, κι εμείς θα το πηγαίναμε λάφυρο στο σπίτι.

Εκεί που θυμόμουν την κατσάδα που μας έριξε ο πατέρας μου γιατί πήγαμε πίσω απ’ το σχολείο χωρίς να ρωτήσουμε και κινδυνέψαμε να μας τσιμπήσουν τα φίδια και οι μέλισσες, να μας φάνε οι σκορπιοί και να μας αρπάξουν οι νεράιδες, άκουσα το τηλέφωνο να χτυπάει.
Έτρεξα μες στο σπίτι και σήκωσα το ακουστικό. «Παρακαλώ;» είπα.
«Έλα, Γιάννα, η μαμά είμαι. Ήρθες;»
«Εμ... για να σου μιλάω, βρε μάνα! Πού είσαστε;» ρώτησα.
«Ήρθαμε να δούμε τη θεία την Όλγα». Η θεία η Όλγα, η μικρή αδερφή –ετών ενενήντα τριών– της γιαγιάς μου από τη μεριά της μάνας μου, μένει σ’ ένα κοντινό χωριό.
«Εντάξει, τα λέμε όταν έρθετε», είπα.
«Δε θ’ αργήσουμε, μην ανησυχείς».
«Δεν ανησυχώ. Έχω παρέα, έτσι κι αλλιώς».
«Ποιον;» με ρώτησε η μάνα μου.
«Κάτι παλιούς φίλους», απάντησα.
«Δε μου ΄πες ότι θα φέρεις κόσμο, δεν έχω τίποτα να κεράσουμε τους ανθρώπους. Όλο τέτοια μου κάνεις!»
«Δε θέλουν κέρασμα, βρε μάνα, ησύχασε».
«Ε, πώς! Θα πάρω κάνα γλυκό από δω. Τι τους αρέσει;»
Δε θυμάσαι ότι στη γιαγιά άρεσαν οι κουραμπιέδες; Ξέχασες ότι ο Ντίνος όταν ήταν μικρός τρελαινόταν για τηγανητό ψωμί με ζάχαρη; ήθελα να τη ρωτήσω, αλλά δεν το έκανα. Θα νόμιζε ότι με βάρεσε η ζέστη στο κεφάλι.
«Πάρε ό,τι να ΄ναι», είπα.
«Θα τους προλάβουμε; Πόσο θα κάτσουν;» με ρώτησε αγχωμένη.
Καλή ερώτηση. Έμεινα συλλογισμένη για λίγο.
«Όσο τους έχω ανάγκη, μάνα», απάντησα τελικά. «Όσο τους έχω ανάγκη».
***

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Βάλε κι άλλο πιάτο στο τραπέζι

Σάββατο, Αυγούστου 06, 2005

Η φωτό είναι από το gourmed.gr. Ευκαιρία να μάθετε τη συνταγή.

"...Και σιγά η Κουρούνα ν΄αφήσει τα μπριζολάκια, να πάει να πλυθεί, για να δακτυλογραφήσει τις μαλακίες με τα νούμερα! Την έχεις για χαζή; Η πιό έξυπνη εδώ μέσα είναι! Άσε που κινδυνεύουν και τα παϊδάκια της, μόνα τους στο πιάτο...""

Αυτός ο τύπος με περιγράφει τόσο καλά ώστε έχω αρχίσει να πιστεύω ότι είναι γνωστός μου.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Ο παλιός είναι αλλιώς, αλλά ο νέος ωραίος

Παρασκευή, Αυγούστου 05, 2005
Άλλοι ζορίζονται να τα βγάλουν πέρα μ' ένα μπλογκ, κι άλλοι κάνουν είσοδο στην μπλογκοκενωνία με δύο. Ο Tero λοιπόν μας έρχεται με τα Ανεμομαζώματα ("σκόρπιες σκέψεις σαν άστρα στον ουρανό") και τις Ασκήσεις Ύφους, ένα πολύ ενδιαφέρον πείραμα. Ρίξτε μια ματιά -ή και περισσότερες.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Happy Birthday...

Πέμπτη, Αυγούστου 04, 2005


... and thanks for all the fish!

Ξέρεις εσύ.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

I put a spell on you...

Τετάρτη, Αυγούστου 03, 2005


"Δέκα άντρες μπαμ και κάτω πέφτουν για χατίρι της
και γαρδένιες μάτσο-μάτσο μπρος στο ποδογύρι της..."

-Πάνος Γαβαλάς, Ρία Κούρτη*


«Να, πάρε», είπε η φίλη μου η Θάλεια και μου ΄βαλε στο χέρι ένα χάρτινο φακελάκι ζάχαρης, απ΄ αυτά που προσφέρουν με τα ροφήματα στις καφετέριες.
Καθόμασταν στο σαλόνι του σπιτιού της, όπου είχα πάει να την επισκεφτώ μετά την επιστροφή της από ένα ταξίδι στο εξωτερικό.
«Τι ΄ναι αυτό;» ρώτησα.
«Το δώρο που σου ΄φερα από το Μεξικό».
Η πρώτη εικόνα που θα περνούσε απ' το μυαλό κάποιου άλλου στη θέση μου θα ήταν μια τσέπη γεμάτη καβούρια. Στη συνέχεια, ανάλογα με την ιδιοσυγκρασία του, είτε θα έπαιρνε το δώρο μουρμουρίζοντας ένα μουδιασμένο «ευχαριστώ», είτε θα το ΄φερνε καπέλο στη Θάλεια και στη συνέχεια θα τη στόλιζε με χαρακτηρισμούς όπως σπαγκοραμμένη, εξηνταβελόνισσα, και καρβουνοσάκουλο –το τελευταίο μόνο αν ήταν Πελοποννήσιος, και μάλιστα από την ορεινή Αχαΐα.
Εγώ δεν έκανα τίποτε απ’ αυτά. Ήξερα τη Θάλεια από το γυμνάσιο, τώρα θα τη μάθαινα;
«Ωραία ζαχαρίτσα», είπα. «Θα τη βάλω μαζί με τη ληγμένη σάλτσα που μου ΄φερες από τη Μαδρίτη».

Η Θάλεια πάντα ήταν της γνώμης πως σημασία δεν έχει η αξία του δώρου, αλλά η χειρονομία. Εδώ που τα λέμε, δεν είχε άδικο. Ωστόσο θα ΄θελα κάποτε να μου χαρίσει κάτι λίγο ακριβότερο απ' αυτά που μου φέρνει συνήθως από τα ταξίδια της. Αν μαζέψω τα δώρα της μπορώ ν' ανοίξω κατάστημα "Ό,τι πάρετε 1 ευρώ". Απ' την Τυνησία μου ΄χει φέρει ένα ρόδο της ερήμου –ένα ορυκτό που μοιάζει με τριανταφυλλάκι-, απ΄ το Μαρόκο μια γαλάζια γύψινη πλακέτα με μια ευχή γραμμένη στα αραβικά, απ΄ το Κάιρο έναν πάπυρο με ζωγραφιά της Νεφερτίτης, απ΄ τη Νέα Ορλεάνη το διαφημιστικό φυλλάδιο ενός τζαζ-κλαμπ, απ΄ τον Καναδά ένα πλαστικό σουβέρ που βούτηξε από το φαγάδικο Mother’s, και απ΄ το Μόναχο ένα προφυλακτικό Big Ben, ευτυχώς όχι χρησιμοποιημένο. Από την Ισπανία, εκτός απ΄ τη ληγμένη καυτερή σάλτσα –«απόδειξη ότι οι ισπανοί μπακάληδες είναι φραγκοφονιάδες, σαν τους έλληνες μπακάληδες» ήταν το πολιτισμικό σχόλιό της–, μου ΄χει φέρει μια Ελ Παΐς κι ένα τεύχος του Αντιρίξ και Συμφωνίξ. «Για να βελτιώσεις τα ισπανικά σου», μου δήλωσε. Η ίδια είχε ζήσει στη Μαδρίτη ένα χρόνο, σε μια γκαρσονιέρα στο πιο κακόφημο μέρος του κέντρου («ήταν φτηνό το νοίκι»), όπου μοιραζόταν τη λιγδιασμένη κουζίνα και τη γεμάτη υγρασία τουαλέτα με το σενιόρ Αλεχάντρο, έναν τζόρα μαδριλένο συνταξιούχο που δεν μιλούσε γρι αγγλικά, και που συνέβαλε τα μέγιστα στο ν’ αποκτήσει η Θάλεια την ευχέρεια του Αλμοδόβαρ στα σπανιόλικα μπινελίκια.



«Δεν είναι ζάχαρη. Δες τι γράφει», μου είπε.
Τα ισπανικά μου μπορεί να μην ήταν αρκετά για να διαβάσω Θερβάντες στο πρωτότυπο (ο Αντιρίξ κι ο Συμφωνίξ απέτυχαν παταγωδώς σ' αυτό τον τομέα), αλλά ίσα για να βγάλω άκρη με το κείμενο της ζαχαρίτσας -που δεν ήταν ζαχαρίτσα-, έφταναν.
Περιεργάστηκα το φακελάκι. Στο μπροστινό μέρος υπήρχε η εικόνα μια ντίβας, με βραδινή έξωμη τουαλέτα και τσαντάκι, που κάπνιζε αλαζονικά το τσιγάρο της. Στο πόδια της ήταν πεσμένος ένας άντρας, όχι με φράκο, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά με καθημερινά ρούχα. Είχε αγκαλιάσει με το ένα χέρι τα γόνατά της και είχε ακουμπήσει πάνω το κεφάλι του. Πολύ συγκινητικό. Μου θύμισε την Κατερίνα Χέλμη στα Κόκκινα Φανάρια, που κρατούσε απ΄ το πόδι τον εραστή της και τον παρακαλούσε να μην την παρατήσει. Τελικά εκείνος της έδωσε μια κλωτσιά και την έστειλε στο γερο-διάολο. Αχ... Η αγάπη...

«Χάζεψες;» με ρώτησε απορημένη η Θάλεια, που περίμενε να κάνω κάποιο σχόλιο.
Άφησα γι' άλλη ώρα τις σκέψεις περί έρωτος και συνέχισα.
«Λεχίτιμο πόλβο…» διάβασα μεγαλόφωνα. «Νόμιμο… Νόμιμο... τι
«Πόλβο… Σκόνη. Νόμιμη σκόνη».
«Νόμιμη σκόνη; Τι σόι σκόνη δηλαδή, ρε Θάλεια;» ρώτησα καχύποπτα.
«Διάβαζε!» με πρόσταξε εκείνη.
Ο φαντασιόπληκτος εαυτός μου όμως είχε πάρει φόρα.
«"Μου ΄λεγε πώς καπνίζουνε στ’ Αλγέρι το χασίς, και στ’ Άντεν πώς χορεύοντας πίνουν την άσπρη σκόνη"», απήγγειλα.
«Διάβαζε, ρε παιδί μου, κι άσε τις βλακείες!»
«Καλααά… Συνεχίζω. Ντοβλεγάδο α μις πιέςΝτοβλεγάδοΝτοβλεγάδο… Πεσμένος στα πόδια μου;»
«Περίπου, ναι, αυτό σημαίνει», είπε η Θάλεια.
Γύρισα το φακελάκι από την άλλη μεριά.
«Έστε πόλβο τιένε προπιεδάδες οκούλτας… Ώπα! Αυτή η σκόνη έχει μαγικές ιδιότητες! Δεν είμαστε καλά…»
«Συνέχισε, συνέχισε», με παρότρυνε η Θάλεια.
«Λα μουχέρ κε λο ούσεδιαδια... Τι στα κομμάτια λέει εδώ; Δι-α-ρι-α-μέν-τε… Κάτι λέει για διάρροια! Μήπως η σκόνη προκαλεί κόψιμο αν πάρεις υπερβολική δόση;»
«Τι λες, βρε όρνιο; Τσάμπα τα λεφτά που έδωσες στο σενιόρ Ερνάντο!» έφριξε η Θάλεια.

Ο σενιόρ Ερνάντο ήταν ένας συμπαθέστατος Κολομβιανός που έκανε μαθήματα ισπανικών σ’ εμένα και τη Θάλεια πριν από εκατό χρόνια. Όπως φαίνεται, όταν μας μάθαινε το διαριαμέντε, εγώ χάζευα τη Δόνα Μαρισόλ, την πορτοκαλί γάτα του, που διέθετε την εκπληκτική ικανότητα να δίνει έναν πήδο και να μένει κρεμασμένη σαν σταφύλι απ΄ το πόμολο, μέχρι που εκείνο υποχωρούσε από το βάρος της και η πόρτα άνοιγε.

«Διαριαμέντε...» επανέλαβε η Θάλεια. «Καθημερινά. Η γυναίκα που τη χρησιμοποιεί καθημερινά…»
«Ναι; Τι γίνεται με τη γυναίκα που τη χρησιμοποιεί καθημερινά;» ρώτησα ανυπόμονα. Αρκετή μετάφραση ισπανικών είχα κάνει εκείνη τη μέρα.
Η Θάλεια μου άρπαξε τσαντισμένη το φακελάκι από το χέρι.
«Λα μουχέρ κε λο ούσε διαριαμέντε αρά κε σου όμπρε λο τένγκα σιέμπρε ντοβλεγάδο α σους πιές. Ούσελο κον μούτσα φε», διάβασε με άψογη προφορά –κι αν δεν ήταν άψογη εμένα πάντως μ' έπεισε.
Ο σενιόρ Ερνάντο μπορούσε να αισθάνεται περήφανος. Μία επιτυχία στις δύο δεν ήταν κι άσχημα.
«Η γυναίκα που τη χρησιμοποιεί καθημερινά θα έχει πάντα τον άντρα της πεσμένο στα πόδια της. Χρησιμοποιήστε τη με πολλή πίστη», μου εξήγησε η Θάλεια.
«Έλα!» θαύμασα. «Πιστεύουν και οι Μεξικάνοι αυτές τις αηδίες; Δεν είναι ν' απορεί κανείς που οι μεξικάνικες σειρές κάνουν θραύση στην ελληνική τηλεόραση», είπα.
«Όχι μόνο τις πιστεύουν, επιστήμη τις έχουν κάνει», με πληροφόρησε η Θάλεια. «Υπάρχει σκόνη για να μη σου τα φοράει ο σύζυγός σου, για να σου πέφτουν λεφτά, για το διάβασμα, για να σκάνε οι εχθροί σου, για να ΄χεις δουλειά, ακόμα και για να πετάς».
«Τι τα θες, τελικά η μαλακία δε γνωρίζει σύνορα», παρατήρησα.
«Κοίτα να δεις… Αυτές οι χώρες έχουν παράδοση στη μαγεία», είπε με ύφος ειδήμονα η Θάλεια.
«Ώρες είναι να μου πεις ότι τα πιστεύεις κι εσύ αυτά!»
«Για να πουλάνε τόσο πολύ όλο και κάτι θα γίνεται. Πρέπει να είμαστε ανοιχτοί σε όλες τις πιθανότητες. Εδώ ολόκληρη Εκκλησία παραδέχεται το "μάτι"».
Κοίταξα με απλανές βλέμμα τη Θάλεια. Δεν πίστευα στ’ αφτιά μου. Πες μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι, ψιθύρισε μια φωνή μες στο μυαλό μου, αλλά έκανα πως δεν την άκουσα.
«Αν αυτό το τελευταίο το ΄πες για να πειστώ, έκανες μεγάλο λάθος. Μαγικές σκόνες και κολοκύθια με τη ρίγανη. Κάτσε και θα δεις!» είπα.
Έπιασα το φακελάκι και το άνοιξα. Μέσα είχε ένα άλλο φακελάκι από διάφανο πλαστικό, που περιείχε άσπρη σκόνη, σαν ζάχαρη άχνη.
«Να το! Ζάχαρη έχει μέσα!» είπα θριαμβευτικά.
«Δεν είναι ζάχαρη».
Άνοιξα το πλαστικό φακελάκι. Μύρισα τη σκόνη. Είχε ένα απαλό άρωμα.
«Ναι, μάλλον δεν είναι ζάχαρη», είπα. «Γύρευε τι έχουν βάλει μέσα. Και πώς υποτίθεται ότι χρησιμοποιείται;»
«Τι σε νοιάζει; Αφού εσύ δεν πιστεύεις σ' αυτά».
«Από περιέργεια ρωτάω! Πες».
«Δεν ξέρω. Μάλλον τη ρίχνουν στο φαγητό ή στον καφέ. Πώς αλλιώς;»
«Ξέρω γω; Εσύ είσαι ειδική στις χώρες που έχουν παράδοση στη μαγεία».
«Κρυάδες! Για λέγε, θα τη χρησιμοποιήσεις;» με ρώτησε.
«Α, πα, πα! Ακόμα κι αν πίστευα ότι η σκόνη είναι μαγική –που δεν το πιστεύω–, αποκλείεται να έκανα τέτοιο πείραμα».
«Μα δε θα πάθαινε τίποτε ο άλλος. Η σκόνη είναι νόμιμη, το γράφει».
«Κι επειδή το γράφει εγώ πρέπει να το πιστέψω;»
«Μα δε θα πουλούσαν κάτι που βλάπτει».
«Θα σου ΄λεγα να ρωτήσουμε όσες πήραν σκόνη για να πετάξουν και πήδηξαν απ' τα μπαλκόνια τους, αλλά θα ΄χουν γίνει λεκέδες στο πεζοδρόμιο».
«Ουφ! Όλο υπερβολές είσαι!» είπε απηυδισμένη.
«Θα σου ΄λεγα τώρα, αλλά έχε χάρη. Έτσι κι αλλιώς, δεν είναι αυτός ο λόγος που δεν θα το έκανα».
«Αλλά ποιος είναι;»
«Παιδάκι μου, φαντάζεσαι να ρίξεις τη σκόνη στο γκόμενo, να σου βγει κόπανος, και να ΄χεις να σέρνεις με το πόδι σου έναν κόπανο ολόκληρη τη ζωή σου; Νομίζεις ότι επειδή ο άλλος γλίτωσε από την Κατερίνα με μια κλωτσιά, θα το κάνω κι εγώ; Δε μπορώ να κλωτσήσω άνθρωπο, δε μου βγαίνει, ποτέ δεν είχα τάσεις αφέντρας».
«Ποια Κατερίνα; Ποια κλωτσιά; Ποια αφέντρα; Τι είναι αυτά που λες;» με ρώτησε σαστισμένη η Θάλεια. «Ρε συ, παίρνεις τις Τζιριάτρικ που σου ΄γραψε ο γιατρός; Όσο πας όλο και πιο ακατάληπτη γίνεσαι».
«Δε μου ΄γραψε Τζιριάτρικ, Θάλεια. Αυτές είναι για τις ξεμωραμένες γριές. Νευρομπιόν μου ΄γραψε!»
«Ε, το ίδιο είναι».
«Δεν είναι το ίδιο. Οι Νευρομπιόν είναι βιταμίνες Μπε».
«Μπεεεεε!» βέλαξε η Θάλεια.
«Δε μου λες; Σκόνη εξόντωσης ηλίθιων φιλενάδων πουλάνε στο Μεξικό;» τη ρώτησα.
«Άμα λέω γω ότι γερνάς δίκιο έχω. Ούτε ένα αστειάκι δε σηκώνεις πια. Τέλος πάντων. Σε ποιον θα δοκιμάσεις τη σκόνη;»
«Σε κανέναν!»
«Έλα τώρα, μωρέ. Δεν έχεις περιέργεια να δεις τι θα γίνει;»
«Όχι».
«Άσ’ τα σάπια!»
Για να είμαι ειλικρινής, μια μικρή περιέργεια την είχα. Από την άλλη, πώς να παραδεχτώ ότι μ’ έτρωγε ο κώλος μου να χρησιμοποιήσω μια μαγική σκόνη;
«Και να θέλω, δεν έχω σε ποιον να τη δοκιμάσω», είπα.
«Σε λίγο θα έρθει από δω ο Τόλης. Μπορείς να τη δοκιμάσεις σ’ αυτόν».

Ο Τόλης ήταν ο φίλος της Θάλειας και τον αντιπαθούσα σφόδρα. Την εποχή που τα είχαν πρωτοφτιάξει, βγήκαμε όλοι μαζί σ’ ένα μπαρ για να μου τον γνωρίσει. Προθυμοποιήθηκα να κεράσω και ο Τόλης φώναξε ένα «όχι» πιο μεγάλο κι από του Μεταξά. Πάνω που νόμισα ότι είχε θιχτεί ο ιπποτισμός του, πρόσθεσε, «Αν μας κεράσεις τώρα, θα αναγκαστώ να σε κεράσω κι εγώ κάποτε. Ο καθένας τα δικά του». Έκτοτε τον είχα γραμμένο στα μαύρα τα κατάστιχα. Κι επειδή σ’ αυτές τις περιπτώσεις τα αισθήματα συνήθως είναι αμοιβαία, ο Τόλης άκουγε τ’ όνομά μου και πάθαινε αναφυλαξία.

«Έχεις μουρλαθεί εντελώς; Τι δουλειά έχω εγώ με τον Τόλη;» ρώτησα τη Θάλεια.
«Έλα, μωρέ, για πλάκα θα το κάνουμε. Αφού δεν πιστεύεις σ’ αυτά».
«Κι αν μία στο δισεκατομμύριο η σκόνη έχει αποτέλεσμα, τι γίνεται;» ρώτησα. Φαντάστηκα τον Τόλη να με κρατάει από το πόδι και μ΄ έπιασε ανατριχίλα.
«Το πολύ πολύ να ανέχεστε ο ένας τον άλλο. Εσάς τους δύο ούτε μαγική σκόνη δε μπορεί να σας φέρει κοντά».
Δεν είχε άδικο η Θάλεια. Στη χειρότερη περίπτωση η μεξικάνικη σκόνη ήταν μούφα και δε θα συνέβαινε τίποτε. Στην καλύτερη, εγώ κι ο Τόλης θα κάναμε ανακωχή. Βέβαια υπήρχε άλλη μια πιθανότητα. Η σκόνη να ήταν κάποιο εξωτικό δηλητήριο για το οποίο δεν είχε βρεθεί αντίδοτο. Σ' αυτή την περίπτωση ο Τόλης θα μας άφηνε χρόνους, αλλά τι να κάνεις; Ατυχήματα συμβαίνουν.
*
«Γιατί με κοιτάζεις έτσι;» ρώτησε ο Τόλης, σιγοπίνοντας το ενισχυμένο φραπεδάκι του.
Δε μου έκανε εντύπωση η απορία του. Είχα καθήσει απέναντί του και τον κάρφωνα με την προσήλωση του δηλητηριαστή που παρατηρεί τον βασιλιά καθώς εκείνος φέρνει στα χείλη του το τάσι με το φαρμακωμένο κρασί.
«Αφαιρέθηκα», είπα.
«Πρώτη φορά σου ξανασυμβαίνει», πέταξε το καρφάκι του ο Τόλης.
Η μαγική σκόνη μάλλον είναι εξίσου αποτελεσματική με την τεχνητή αναπνοή σε νεκρό τριών εβδομάδων, σκέφτηκα.
«Δεν πάμε κάνα σινεμά απόψε;» ρώτησε η Θάλεια, προσπαθώντας να ελαφρύνει την ατμόσφαιρα.
«Καλή ιδέα», απάντησε ο Τόλης.
Το γεγονός ότι συμφώνησε ήταν περίεργο. Περίμενα να προφασιστεί ότι προτιμούσε να μείνουμε στο σπίτι, με την ελπίδα ότι θα ξεκουμπιζόμουν γρήγορα ώστε στη συνέχεια να πάνε κάπου μόνοι τους. Μήπως τελικά δεν είχα δίκιο για το μεξικάνικο φίλτρο; Από την άλλη, ίσως η προθυμία του Τόλη οφειλόταν στην ευγενική προσφορά μου να του φτιάξω καφέ αμέσως μόλις πάτησε το πόδι του στο σπίτι της Θάλειας. Στη θέση του θα είχα υποψιαστεί ότι κάποιο λάκκο είχε η φάβα, όμως σε τέτοια θέματα οι άντρες είναι πιο αθώα πλάσματα απ’ τις γυναίκες.

Μερικές ώρες αργότερα κι έπειτα από κόσμιες διαφωνίες («μεγαλύτερη μαλακία δεν μπορούσες να διαλέξεις;», «ε, τι να γίνει, δεν είμαστε όλοι φασμπιντερικοί», «αν πάμε εκεί εγώ δεν έρχομαι», «μη σώσεις κι έρθεις»), καταλήξαμε στο Βίλατζ Παγκρατίου για να δούμε το Μπλέιντ Τρίνιτι.
Εγώ και η Θάλεια στηθήκαμε στην ουρά να πάρουμε νάτσος με λιωμένο τυρί και αναψυκτικά. «Σαράντα χιλιάδαι θερμίδαι», αστειεύτηκε ο κρυόκωλος της παρέας, που δεν ήθελε τίποτε γιατί «ένιωθε κάπως». Ήμουν βέβαιη ότι το έκανε για να μην πληρώσει και αποφάσισα να του τσακίσω το χέρι αν το άπλωνε στα πατατάκια μου.
Αφού αγοράσαμε τις απαραίτητες προμήθειες, μπήκαμε στην αίθουσα, βρήκαμε τις θέσεις μας, καθήσαμε –με τη Θάλεια στη μέση να παριστάνει το τείχος του Βερολίνου– και περιμέναμε ν’ αρχίσει το έργο.
Πάνω που ο Γουέσλι Σνάιπς άρχισε να σκίζει σαν χασέδες με την κατάνα του τους βρικόλακες και να τους κάνει σκόνη στον άνεμο, ο Τόλης τινάχτηκε από το κάθισμά του και βγήκε άρον άρον από την αίθουσα.
«Τι έπαθε αυτός;» ρώτησα τη Θάλεια.
«Στην τουαλέτα πήγε», μου απάντησε.
Έστρεψα ξανά την προσοχή μου στο έργο.

Κάνα δεκάλεπτο αργότερα κι ενώ θαύμαζα την απολλώνια κορμάρα του Ντρέικ, του κακού, η Θάλεια με σκούντηξε.
«Ρε συ, άργησε ο Τόλης», ψιθύρισε.
«Θα γυρίσει», απάντησα, χωρίς να πάρω τα μάτια μου απ’ την οθόνη.
«Μα πέρασε πολλή ώρα».
«Άσε με, ρε Θάλεια. Μπορεί να καπνίζει», μουρμούρισα.
«Ανησυχώ!»
«Ε, τράβα βρες τον!»
«Εσύ τι θα κάνεις;» με ρώτησε.
«Τι θες να κάνω; Θα δω το έργο –αν μ’ αφήσεις, δηλαδή!» απάντησα εκνευρισμένη.
«Δε θα ΄ρθεις μαζί μου;»
«Τι να κάνω μαζί σου, παιδάκι μου; Άσε με, σου λέω!»
Η Θάλεια έφυγε χολωμένη, αλλά επέστρεψε λίγα λεπτά αργότερα.
«Έλα γρήγορα!» είπε πανικόβλητη χωρίς να καθήσει. «Κάτι έπαθε ο Τόλης!»
«Τι έπαθε;» ρώτησα εγώ και σηκώθηκα.
«Τι θα γίνει, ρε κορίτσια; Θα μας αφήσετε να δούμε το έργο επιτέλους;» παραπονέθηκε κάποιος δυο σειρές πιο πίσω.
Η Θάλεια με τράβηξε από το χέρι, βγήκαμε από την αίθουσα και τρέξαμε στις αντρικές τουαλέτες.
«Τόλη, πώς είσαι;» φώναξε.
«Πώς θες να είμαι; Μου ΄χει γίνει η κωλοτρυπίδα γαρίφαλο!» απάντησε έξαλλος με σφιγμένη φωνή ο Τόλης. «Με κόβουν τ’ άντερά μου!»
Λεχίτιμο πόλβο.
Μ’ έλουσε κρύος ιδρώτας. Είχαμε δηλητηριάσει τον Τόλη!
«Θάλεια!» ψιθύρισα. «Θυμάσαι που μου ΄λεγες ότι διαριαμέντε δε σημαίνει διάρροια; Να τ΄αποτελέσματα!»
«Σςς!» έκανε εκείνη, και με κοίταξε γουρλώνοντας τα μάτια της.
Στο μεταξύ από την τουαλέτα ακούγονταν ήχοι που αποδείκνυαν τις καθαρτικές ιδιότητες του μεξικάνικου φίλτρου. Αν δεν είχα χεστεί πάνω μου –μεταφορικά, όχι σαν τον Τόλη– θα έσκαγα στα γέλια. Όμως η περίσταση δε σήκωνε αστεία.
«Τόλη, σου έρχεται εμετός;» ρώτησα.
«Κόψιμο μ' έχει πιάσει, γιατί να μου ΄ρχεται εμετός;»
«Να, λέω μήπως έπαθες καμιά δηλητηρίαση».
«Δεν έφαγα τίποτε!»
Νομίζεις...
«Τι κάνουμε τώρα;» ρώτησε η Θάλεια.
«Περιμένουμε», απάντησα. «Αλλά καλύτερα να βγούμε έξω. Η ατμόσφαιρα εδώ μέσα είναι αποπνικτική!»
Βγήκαμε απ’ τις αντρικές τουαλέτες γελώντας πνιχτά. Γυναικεία αναισθησία.
*
Το άλλο πρωί τηλεφώνησα στη Θάλεια.
«Πώς είναι ο Τόλης;» τη ρώτησα.
«Έβγαλε τη νύχτα στον καμπινέ, αλλά συνήλθε», μου απάντησε.
«Ευτυχώς! Κοντέψαμε να τον ξεκάνουμε με το μεξικάνικο μαντζούνι», είπα.
«Απλώς δε χρησιμοποιήσαμε σωστά τη σκόνη».
«Ε, είσαι αδιόρθωτη! Πες μου τώρα ότι δεν τη χρησιμοποιήσαμε "με πολλή πίστη"».
«Όχι, σοβαρά μιλάω. Έψαξα στο Δίκτυο. Δεν είναι φίλτρο».
«Τι είναι;»
«Ταλκ», απάντησε η Θάλεια. «Το ρίχνεις πάνω σου, όχι σε καφέ».
Έμεινα σιωπηλή για λίγο.
«Και να πεις ότι δε μας είχαν προειδοποιήσει», μουρμούρισα τελικά.
«Για ποιο πράγμα;» ρώτησε η Θάλεια.
«"Μην το πιείτε, λουστείτε..."» απάντησα.

***






* Οι στίχοι είναι ευγενική χορηγία της DiS, η οποία στα παιδικάτα της, όταν δεν εντρυφούσε στα έργα του Σκαλκώτα και του Καλομοίρη, αφιέρωνε λίγο χρόνο στη μουσική των μαζών.

** Polvos esotericos

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Το 'μάθαν που γαμιόμαστε...

Δευτέρα, Αυγούστου 01, 2005


(χωρίς σχόλια)

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα