<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d8823282\x26blogName\x3d%CE%97+%CE%9A%CE%9F%CE%A5%CE%A1%CE%9F%CE%A5%CE%9D%CE%91\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://kourouna.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del_GR\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://kourouna.blogspot.com/\x26vt\x3d5161785943150307702', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Hellhound on my tail - Μέρος Β΄

(Σύνδεση με τα προηγούμενα - Μέρος Α΄)

(Σύνδεση με Κάιρο)


Ημέρα 3η
Η ελπίδα για παρέα είναι πάντοτε ωραία...

Το συμβάν με τον κύριο Χατζηγούλα μου είχε κάνει τα νεύρα κορδέλες. Αισθανόμουν σαν τον Πολάνσκι στον Ένοικο. Κάθε φορά που ήθελα να πάρω κάτι από το ψυγείο, πήγαινα στην κουζίνα περπατώντας στις μύτες των ποδιών μου για να μην εξαγριωθεί ο παρανοϊκός γείτονας του πρώτου ορόφου –ταυτόχρονα μ’ έτρωγε η ανησυχία μήπως ακούγονταν τα δικά μου νύχια στο παρκέ. Το προηγούμενο βράδυ είχα βάλει να δω μια ταινία. Οι ηθοποιοί μου φάνηκαν βροντόφωνοι, η μουσική εκκωφαντική, οι διαφημίσεις ενοχλητικές. Έκλεισα τελείως τον ήχο κι έμεινα να βλέπω το έργο σαν πράκτορας του FBI που παρακολουθεί με κιάλια τους μαφιόζους της Κόζα Νόστρα, προσπαθώντας να διαβάσει τα χείλη τους. Στο τέλος έσβησα την τηλεόραση σιχτιρίζοντας κι έπεσα για ύπνο.

Ο Φιντέλ, όπως κάθε νύχτα, ερχόταν κάθε τόσο στο οδόφραγμα που είχα στήσει μεταξύ κρεβατοκάμαρας και διαδρόμου, να ελέγξει μήπως είχα αποφασίσει να σηκωθώ μες στ’ άγρια μεσάνυχτα για να παίξω μαζί του –μπαίνουν κάτι τέτοιες αλλόκοτες ιδέες στους σκύλους ώρες ώρες. Φλέρταρα με τη σκέψη να του φορέσω κάλτσες για να μην ακούγεται, αλλά θυμήθηκα μια φορά που είχα κάνει το ίδιο πράγμα στο γάτο μου, τον Κυριάκο. Μες στον πανικό του λίγο είχε λείψει να διαλύσει το σπίτι και, στη συνέχεια, να πέσει από το μπαλκόνι. Θεώρησα συνετό να μην επαναλάβω το εγχείρημα. Κάποια στιγμή που ξύπνησα και σηκώθηκα για κατούρημα, όταν τράβηξα το καζανάκι μού φάνηκε ότι ξεχύθηκαν στη λεκάνη οι καταρράκτες του Νιαγάρα. Έσβησα άρον άρον το φως για να μη φαίνεται από το φωταγωγό, κράτησα την αναπνοή μου και περίμενα. Όμως δε βρόντηξε ο Όλυμπος, ούτ’ άστραψε η Γκιόνα. Ο κύριος Χατζηγούλας μάλλον κοιμόταν τον ύπνο του δικαίου –κι όχι τον αιώνιο, όπως θα προτιμούσα. Ωστόσο, εγώ την είχα πάθει τη ζημιά. Από το άγχος δε μου κόλλαγε ύπνος. Σκέφτηκα να διαβάσω κάτι ανάλαφρο. Το χάραμα με βρήκε με τον Κούτζο στο χέρι. Μμμ! Σιγά το άγριο σκυλί. Δηλαδή τι θα έγραφε ο Κινγκ αν είχε γνωρίσει τον Φιντέλ;


Ο Κυριάκος -χωρίς τις κάλτσες του

Το πρωί βρέθηκα μπροστά σ’ ένα μεγάλο δίλημμα. Έπρεπε να βγω από το σπίτι για ν’ αγοράσω ψωμί, γάλα και εφημερίδες. Αν άφηνα το σκυλί μέσα, το πιθανότερο ήταν πως επιστρέφοντας θα έβρισκα –όπως ο κύριος Κάβουρας– το τσαρδί ρημάδι και τον Φιντέλ με μπούκλες, σαν πρόβατο Μερινός –οι πρίζες και τα καλώδια τον τραβούσαν όπως το φως τις νυχτοπεταλούδες. Να τον πάρω μαζί μου ούτε λόγος. Δεν μπορούσα να τον κάνω ζάφτι και, ή θα κατέληγε κάτω από τις ρόδες κάποιου αυτοκινήτου, ή θα γινόταν άφαντος. Φαντάστηκα τις αφίσες που θα τοιχοκολλούσαμε με τον Νίκο: «Χάσαμε σκυλάκι μπασέ χάουντ, κανελί και άσπρο. Το λένε Φιντέλ. Όποιος το βρήκε παρακαλείται να το κρατήσει». Χμ… Λες; Ο πειρασμός ήταν μεγάλος, αλλά στο τέλος επικράτησε ο καλός εαυτός μου.

Τον έβγαλα στη βεράντα δωροδοκώντας τον με κροκέτες και έκλεισα τη τζαμόπορτα. Στην αρχή, προσηλωμένος καθώς ήταν να μασουλάει, δεν έδωσε σημασία. Όταν όμως γύρισα το κλειδί στην εξώπορτα για να βγω έξω, η σκυλίσια ακοή του τον ειδοποίησε. Ποιος είδε τον Φιντέλ και δεν τον φοβήθηκε! Βρέθηκε με δυο σάλτα στη μπαλκονόπορτα κι άρχισε να γρατζουνάει με λύσσα τα τζάμια και να γαβγίζει μανιασμένος. Έφυγα άρον άρον για να επιστρέψω όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Ψώνισα σαν να με κυνηγούσαν και γύρισα στην πολυκατοικία. Μπροστά στην πόρτα του ασανσέρ κώλωσα. Κι αν ο κύριος Χατζηγούλας με περίμενε έξω από το διαμέρισμα του Νίκου; Ανέβηκα με την ψυχή στα δόντια στον τρίτο όροφο, κι από κει κατέβηκα στο δεύτερο με τα πόδια. Αν έβλεπα τον εχθρό, θα συνέχιζα μέχρι το ισόγειο παριστάνοντας την αδιάφορη. Βέβαια δεν είχα ιδέα με τι έμοιαζε ο κύριος Χατζηγούλας, αλλά αυτό ήταν λεπτομέρεια.

Ευτυχώς κανείς δε με περίμενε έξω από το σπίτι. Επίσης, ο Φιντέλ το είχε βουλώσει. Μπήκα μέσα σαν τον κλέφτη και πήγα στη μπαλκονόπορτα. Είχε ξαπλώσει πάνω στο τραπέζι της βεράντας, είχε ακουμπήσει το κεφάλι του στα πόδια του και κοίταζε στο κενό. Με τα θλιμμένα σκυλίσια μάτια του ήταν η προσωποποίηση της δυστυχίας. Ένιωσα σαν τον Ιούδα λίγο πριν φουρκιστεί. Χτύπησα απαλά το τζάμι. Αμέσως ο Φιντέλ τινάχτηκε σαν ελατήριο. Πήδηξε από το τραπέζι στην πάνινη καρέκλα, από κει στο πάτωμα, και στάθηκε μπροστά στην μπαλκονόπορτα κουνώντας σαν τρελός την ουρά του. Το καημένο το σκυλάκι… Του άνοιξα, πλημμυρισμένη από αγάπη και στοργή. Το πρώτο πράγμα που έκανε ήταν να βουτήξει από το χέρι μου την πλαστική σακούλα με το ψωμί. Το δεύτερο να εξαφανιστεί στα ενδότερα του σπιτιού.
«Φιντεεεεεεεεεεεεεεεέλ!» κραύγασα.

Λίγη ώρα αργότερα, η τάξη είχε αποκατασταθεί, δηλαδή είχε γίνει αυτό που ήθελε ο Φιντέλ. Απολάμβανε –ικανοποιημένος με τον εαυτό του- τη φραντζόλα του στο σαλόνι, γεμίζοντας τον τόπο ψίχουλα. Εγώ έβραζα στο ζουμί μου, προσπαθώντας να καταλάβω γιατί ποτέ δεν κατάφερα να επιβληθώ σε κανένα από τα ζώα που πέρασαν από τη ζωή μου. Μη μπορώντας να βγάλω συμπέρασμα γι’ αυτό το καίριο υπαρξιακό πρόβλημα, πήρα απόφαση ότι δεν μου έμενε τίποτε άλλο να κάνω και στρώθηκα με βαριά καρδιά μπροστά στον υπολογιστή, να ασχοληθώ με τα βάσανα της Σοφίας και του Μιτς, των ηρώων του ρομάντζου που μετέφραζα.

Μάταια ο Φιντέλ –που πια, έχοντας γεμάτο στομάχι, αποφάσισε πως είχε φτάσει η ώρα για διασκέδαση– ερχόταν κάθε τρεις και λίγο, και με κοίταζε παρακλητικά, κρατώντας στα δόντια σαν μπαγκέτα μαέστρου πότε το πλαστικό κοτοπουλίσιο μπούτι, πότε το αηδιαστικό χιλιομασημένο γουρουνίσιο αφτί, πότε ένα δεξί αθλητικό παπούτσι, πότε ένα αριστερό σανδάλι. Κουνούσα απειλητικά πάνω-κάτω την παλάμη μου μπροστά στη μουσούδα του και ψιθύριζα «Φρόνιμα, Φιντέλ! Έχω δουλειά». Απομακρυνόταν με την απορία στο βλέμμα και με παρατηρούσε από απόσταση. Κάποια στιγμή αποφάσισε να βάλει μπροστά τα μεγάλα μέσα. Χώθηκε κάτω από το γραφείο κι άρχισε να γλείφει τα δάχτυλα των ποδιών μου. Εδώ που τα λέμε, η αίσθηση δεν ήταν και τόσο άσχημη. Η γλώσσα του ήταν ζεστή, υγρή, μαλακιά και, το κυριότερο, επιδέξια.

Άφησα τις ψάθινες παντόφλες –νούμερο 46, του Νίκου– να πέσουν στο πάτωμα και τέντωσα τις πατούσες μου μπροστά στη μουσούδα του. Ο Φιντέλ μπήκε αμέσως στο νόημα και άρχισε να τις γλείφει επιμελώς. Παραδέχομαι ότι είμαι σιχαμερή, αλλά μου άρεσε. Ξαφνικά όμως άρχισαν να με βασανίζουν διάφορες σκέψεις. Μήπως ήταν κτηνοβασία αυτό που γινόταν; Αν ναι, ποιος ήταν ο κτηνοβάτης; Εγώ; Ο Φιντέλ; Και οι δύο; Το γλείψιμο των ποδιών μπορούσε να θεωρηθεί σεξ; Μάλλον όχι. Ναι, αλλά τα ίδια έλεγε κι ο Κλίντον για το τσιμπούκι με τη Μόνικα και τον μούντζωνε όλος ο πλανήτης. Ακόμα κι αν ήταν διαστροφή να μου γλείφει τα πόδια ο Φιντέλ, το έκανε με τη θέλησή του. Αφού, λοιπόν, υπήρχε συναίνεση, δεν υπήρχε πρόβλημα. Μια στιγμή όμως! Ο Φιντέλ δεν είχε χρονίσει ακόμα. Οπότε, με τα σκυλίσια δεδομένα, δεν είχε ενηλικιωθεί. Ωιμέ! Ήμουν παιδόφιλη, κτηνοβάτης, και είχα μπλέξει μ’ έναν ανήλικο, τετράποδο ποδολάγνο!

Το κουδούνισμα του κινητού διέκοψε τον βαθύ προβληματισμό μου. Απάντησα κι έσπρωξα αποφασιστικά με το πόδι μου τον Φιντέλ. Έπρεπε να μπει ένα τέλος σ’ αυτή την κολασμένη σχέση.
«Έλα, η Ελένη είμαι. Τι κάνεις;»
Τι να της έλεγα τώρα; «Δουλεύω», απάντησα τελικά.
«Κατάλαβα… Κωλοβαράς. Να περάσω από κει;»
«Και το ρωτάς; Πάρε και την άλλη τηλέφωνο, μήπως θέλει να ΄ρθει και κείνη». Η αποφασιστικότητά μου όταν πρόκειται για ζητήματα εργασίας είναι αξιοζήλευτη.
«Έγινε», μου είπε, κι έκλεισε.

Επιτέλους παρέα! σκέφτηκα και πετάχτηκα όρθια. Δυστυχώς μες στον ενθουσιασμό μου ξέχασα τις σαλιωμένες πατούσες μου. Έφαγα μια ξεγυρισμένη γλίστρα, έκανα μια πιρουέτα που θα ζήλευε κι ο Γιεβγένι Πλουσένκο, και προσγειώθηκα στο πάτωμα, τινάζοντας ταυτόχρονα στην άλλη άκρη του δωματίου τον πλαστικό κινέζο μάγειρα που σε μια στιγμή νεανικής τρέλας –δηλαδή μερικούς μήνες νωρίτερα– είχαμε βουτήξει με τον Νίκο από ένα κινέζικο εστιατόριο. Ο Φιντέλ, που θεώρησε τη χορογραφία σινιάλο για παιχνίδι, άρχισε να χοροπηδάει ολόγυρα και να γαβγίζει ξετρελαμένος. Αμέσως ο κύριος Χατζηγούλας αναδύθηκε σαν φονικός καρχαρίας από τα βάθη του μυαλού μου. Άρπαξα την ψάθινη παντόφλα του Νίκου και του τη σβούριξα.
«Πάψε, βρε μαλακισμένο! Θα σηκώσεις τον κόσμο στο πόδι!»
Το σκυλί άρπαξε την παντόφλα και βγήκε καλπάζοντας στη βεράντα.
«ΦΕΡΕ ΠΙΣΩ ΤΗΝ ΠΑΝΤΟΦΛΑ, ΦΙΝΤΕΛ!» τσίριξα. Ο κύριος Χατζηγούλας άνοιξε διάπλατα τα σαγόνια του. «Φέρε πίσω την παντόφλα, Φιντέλ!» ξανάπα, ψιθυριστά αυτή τη φορά.
Κανένα ίχνος του σκυλιού.
Φόρεσα την άλλη παντόφλα, σηκώθηκα με κόπο από το πάτωμα και βγήκα κουτσαίνοντας στη βεράντα, προς αναζήτηση του καλύτερου φίλου του ανθρώπου.


Ο κινέζος μάγειρας

Ο Φιντέλ, όπως έκανε πάντα σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης, είχε χωθεί στο σπιτάκι του, ένα πλαστικό κατασκεύασμα διαστάσεων του Μεγάρου Μαξίμου. Κοίταξα από το πορτάκι. Καθόταν στο βάθος και ροκάνιζε αμέριμνος την παντόφλα. Προσπάθησα να τον καλοπιάσω.
«Φιντελάκι, έλα έξω να παίξουμε».
Με αγνόησε επιδεικτικά.
«Έλα, καλό μου σκυλάκι, βγες έξω. Έλα, Φιντελάκο μου».
Τίποτε.
Σήκωσα το μεταλλικό μπολ του από το πάτωμα.
«Φιντέλ! Φαγητό!» είπα.
Αυτή τη φορά σήκωσε το κεφάλι του. Με κοίταξε καχύποπτα, έπειτα κοίταξε το μπολ του, και ο πανούργος σκυλίσιος εγκέφαλός του πήρε στροφές. Ξανάρχισε να μασουλάει ανενόχλητος την παντόφλα.
Στο δικό μου εγκέφαλο κάποια βίδα χαλάρωσε εκείνη τη στιγμή. «Τώρα θα σου δείξω εγώ, άθλιε ψωριάρη!» βρυχήθηκα. Πήγα πίσω από το σπιτάκι-μεγαθήριο, το άρπαξα και άρχισα να το ταρακουνάω, με απώτερο στόχο να τινάξω έξω το σκυλί.
«Βγες έξω, μωρή τετράποδη συμφορά! Πού θα πάει, δε θα βγεις; Θα κάνω το τομάρι σου χαλάκι για το μπάνιο!» έκρωξα.
Ενώ βρισκόμουν σε παροξυσμό, έπιασα μια κίνηση στο απέναντι μπαλκόνι. Γύρισα και κοίταξα. Ο πιο συμπαθητικός γείτονας του Νίκου, ένας τύπος γύρω στα πενήντα, που κάθε απόγευμα έβγαινε και φρόντιζε επιμελώς τα φυτά του, με ατένιζε με τα μάτια γουρλωμένα πίσω από τα γυαλιά του, κρατώντας τη γάτα του στο στήθος σαν ασπίδα.
«Γεια σας», είπα, ξεμαλλιασμένη, με το σπιτάκι του Φιντέλ στα χέρια, φορώντας τη μία παντόφλα του Νίκου. «Τι κάνετε;»
Ο ανθρωπάκος είχε μείνει άφωνος.
«Παίζω με το σκυλάκι», του εξήγησα.
Έγνεψε καταφατικά παρότι ήταν ολοφάνερο ότι δεν είχε πειστεί, σήκωσε το χέρι του, με χαιρέτησε, κι έπειτα ξαναγύρισε στην ασφάλεια του σπιτιού του.
Ο Φιντέλ, στο μεταξύ, είχε εκμεταλλευτεί την ευκαιρία και είχε χωθεί στο διαμέρισμα. Με την παντόφλα μου στα σαγόνια. Άφησα κάτω το σπιτάκι του και αποφάσισα πως δεν υπήρχε λόγος να συνεχίσω να μάχομαι. Είχα χάσει οριστικά τον πόλεμο.

(συνεχίζεται)

12:40 μ.μ.
Blogger Lili είπε και ελάλησε...

οπως παντα σε απολαμβανω.
Χαραμιζεσαι πτηνο μου, πρεπει οπωσδηποτε να γραψεις κατι δικο σου.
Μου θυμισες μια δικη μου ιστορια με αλλουνου σκυλου αλλα θελει χρονο να την γραψω...οταν γυρισω.
να μου φιλησεις τις αλλες 2 και......(ασχετο) πως σβυνουμε τις σελιδες του τσατερμποξ?    



1:31 μ.μ.
Blogger Αστραδενή είπε και ελάλησε...

Αφορμή έψαχνα να άφήσω ένα σχόλιο στο κλαρί σου.
Την Παρασκευή διάβασα το κείμενο με τις καλλιτεχνικές βιντεοταινίες σε κάποιον φίλο μου.Και γελάσαμε, και τον έπεισα μέσα σε δέκα λεπτά πως στα μπλογκ βρίσκεις την φωνή που έχει χαθεί από τα βιβλία.

Με άλλους εδώ έχουμε διαβάσει ήδη αρκετές φορές τα κείμενά σου και κομμάτια τους έχουν μπει στα καθημερινά μας αστεία.
Εχεις αποχτήσει ένα μικρό και πιστό κοινό εδώ στην Αγγλία που σε ανακαλύπτει και μαθαίνει να γελά με πολλά που μέχρι χθες δεν πρόσεχε-ή και θεωρούσε μάλλον θλιβερά.

Ένα φιλί στον Φιντέλ από εμένα και διαφωνώ με την Λίλη- Δεν χαραμίζεσαι,καλλιεργείς την φωνή σου και άκούς τους άλλους γύρω σου.Σοφή και τσαχπίνα κουρουνίτσα
πες μας τα πάντα για τον κινέζο στο μπαλκόνι σου,για τις ψάθινες παντόφλες και τον μαρτυριάρη φωταγωγό!    



6:59 μ.μ.
Blogger nanakos είπε και ελάλησε...

Σήμερα το πρωί χτύπησε το τηλέφωνο και μια φωνή - σαν από τάφο να'βγαινε/σα να'ταν απ' τον Άδη- μου λέει τραγουδιστά: "Γειά σουουου, είμαι ο γαμιάς της γειτονιάς σουουου/ είμαι ο καινούριος σου γείτονααααας/ τραλαριλαρο τραλαριλαρο"!! (Αυτό για να ανταποδώσεις σ'εκείνον τον πρώην!)    



8:24 μ.μ.
Anonymous Ιφιμέδεια είπε και ελάλησε...

Πωπω θεός ο Φιντέλ! Σε έπαιξε άπαιχτη μπάλα!
ΥΓ. Ο Κινέζος μάγειρας μου θύμισε τον Οζαλ και έναν καθηγητή Ιστορίας που είχα στο Λύκεριο    



1:30 π.μ.
Blogger Idάκι είπε και ελάλησε...

Άπαιχτη Κουρούνα, τρελό γέλιο η ιστορία με το Φιντέλ, ειδικά η εικόνα που αντίκρυσε ο συμπαθής γείτονας - χτυπιόμουν από τα γέλια!! Άσε τις μεταφράσεις και άρχισε να γράφεις διηγήματα βρε κοπέλα μου!!    



3:52 μ.μ.
Anonymous Ανώνυμος είπε και ελάλησε...

Agapiti ka Kourouna!

Nomizo oti stathikate katafora adiki me to skylaki. Ekeino sas ektoksefse se ypsi hdonis aplisiasta (kai akoma vriskotan stin arxi) kai eseis den tou xalalizate eis antapodosi mia metaxeirismeni pantofla?
Gia skefteite poso megalytera antallagmata tha apaitouse enas Homo sapiens gia na sas kalypsei to vitsio tis patousoloixeias...

Sta sovara tora: an ton parete me to agrio kai ta "mi kai mi" tha katantisei ena lypimeno, katathliptiko skylaki pou den tha dinei oute se esas xara. MIN to kanete.

Me apolyti sympatheia
Idom    



10:27 μ.μ.
Blogger Η Κουρούνα είπε και ελάλησε...

Αγαπητέ Idom, η αλήθεια είναι πως ένας Homo sapiens θα ζητούσε πολλά και κουραστικά ανταλλάγματα, ενώ ο Φιντέλ απαιτούσε μόνο την προσοχή μου. Δυστυχώς όμως η παντόφλα δεν ήταν δική μου. Δεν γίνεται να κάνουμε μνημόσυνο με ξένα κόλλυβα, εξ ου και η αυστηρότητά μου.

Ο Φιντέλ δεν πρόκεται να καταντήσει ποτέ ένα λυπημένο και καταθλιπτικό σκυλάκι. Είναι αλέγρος τύπος εκ φύσεως. Αντιθέτως είναι βέβαιο πως, αν τον συναναστρεφόμουν περισσότερο, θα καταντούσα εγώ μια λυπημένη και καταθλιπτική Κουρούνα.

Πάντως, στο τρίτο -και τελευταίο ελπίζω- μέρος της ιστορίας, θα μάθετε την κατάληξή του.    



» Σχολιάστε Το Υπέροχο Τούτο Κείμενο