<body><script type="text/javascript"> function setAttributeOnload(object, attribute, val) { if(window.addEventListener) { window.addEventListener('load', function(){ object[attribute] = val; }, false); } else { window.attachEvent('onload', function(){ object[attribute] = val; }); } } </script> <div id="navbar-iframe-container"></div> <script type="text/javascript" src="https://apis.google.com/js/plusone.js"></script> <script type="text/javascript"> gapi.load("gapi.iframes:gapi.iframes.style.bubble", function() { if (gapi.iframes && gapi.iframes.getContext) { gapi.iframes.getContext().openChild({ url: 'https://www.blogger.com/navbar.g?targetBlogID\x3d8823282\x26blogName\x3d%CE%97+%CE%9A%CE%9F%CE%A5%CE%A1%CE%9F%CE%A5%CE%9D%CE%91\x26publishMode\x3dPUBLISH_MODE_BLOGSPOT\x26navbarType\x3dBLUE\x26layoutType\x3dCLASSIC\x26searchRoot\x3dhttp://kourouna.blogspot.com/search\x26blogLocale\x3del_GR\x26v\x3d2\x26homepageUrl\x3dhttp://kourouna.blogspot.com/\x26vt\x3d5161785943150307702', where: document.getElementById("navbar-iframe-container"), id: "navbar-iframe" }); } }); </script>

Μη μου χτυπάς τα μεσάνυχτα την πόρτα

Σάββατο, Ιουνίου 25, 2005


Ήταν τρεις το πρωί. Δικαιώνοντας τον πατέρα μου -που όταν μ’ έβλεπε μικρή ν’ αρχίζω το διάβασμα γύρω στις δέκα το βράδυ έλεγε «το στραβό γαϊδούρι με το φεγγάρι βόσκει»-, τέτοια ώρα δουλεύω, ή καλωδιώνομαι στο Ίντερνετ, ή βλέπω ταινίες, ή κάνω οτιδήποτε άλλο εκτός από το να κοιμάμαι. Εκείνη τη νύχτα ωστόσο είχα ξεραθεί σαν κούτσουρο, έπειτα από κούραση ημερών, και ονειρευόμουν μακαρίως όταν ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο. Πετάχτηκα αλαφιασμένη και περίμενα ν’ ακούσω τον τηλεφωνητή. Πήρε μπροστά στο τέταρτο κουδούνισμα.

Kαλέσατε τον Οίκο των Άσερ. Ο Βίνσεντ απουσιάζει. Αφήστε μήνυμα και θα τον ειδοποιήσουμε.

Μεσολάβησαν μερικά δευτερόλεπτα σαστισμάρας απ’ την άλλη άκρη της γραμμής -όπως γινόταν κάθε φορά που κάποιος άκουγε αυτό το μήνυμα-, κι έπειτα μια άγνωστη φωνή είπε, «Εεε… Τη Γιάννα θέλω. Είναι ανάγκη».
Από το μυαλό μου πέρασαν τρία διαφορετικά σενάρια.

α) Πέθανε κάποιος δικός μου.
β) Αρρώστησε κάποιος δικός μου.
γ) Πήρε φωτιά ο κώλος μας (σ' αυτή την κατηγορία περιλαμβάνονται πυρκαγιές, σεισμοί, πλημμύρες, επιστρατεύσεις, στρατιωτικές επαναστάσεις, πυρηνικός όλεθρος).

Άρπαξα το ακουστικό. «Παρακαλώ;» είπα
«Γιάννα εσύ;»
«Ναι, εγώ. Ποιος είναι;»
«Ο Γιώργος».
«Ποιος Γιώργος; Ξέρω καμιά εικοσαριά Γιώργηδες».
«Έλα τώρα! Ο Γιώργος…» είπε με νόημα ο άγνωστος.
«Της κυρα-Γιώργαινας; Ο πονηρός;»
«Έχεις κέφι, ε;»
«Ναι, κάθε πρωί στις τρεις με πιάνει μια ανεξήγητη ευδιαθεσία. Πες μου τώρα ποιος είσαι γιατί θα κλείσω το τηλέφωνο».
«Πω πω, ρε παιδάκι μου! Πάντα τέτοια ήσουν. Τζαναμπέτα».
«Ε, να κλείσω τότε για να σταθώ στο ύψος της φήμης μου. Άει καληνύχτα…»
«Περίμενε, ντε! Ο Γιώργος από το Φάληρο είμαι, ο φίλος του Ντίνου».
Δεν είμαστε καλά! σκέφτηκα. Αυτός ο Γιώργος ήταν ένας παλιός γνωστός του αδερφού μου, που μεταξύ μας τον αποκαλούσαμε «ο πυροβολημένος». Τόσοι και τόσο δοκιμάσανε τα νερά του Φαλήρου, αυτός που τα ‘χε δίπλα του –για κακή μου τύχη– δε μπήκε ποτέ στον πειρασμό.
«Πώς σου ήρθε να μου τηλεφωνήσεις;» ρώτησα απορημένη.
«Ε, ήθελα να τα πούμε λιγάκι. Περίεργο είναι;»
«Αν σκεφτεί κανείς ότι είναι τρεις το πρωί και έχω να σε δω εφτά χρόνια, ναι, είναι κάπως περίεργο. Πού βρήκες το τηλέφωνό μου;»
«Είδα τυχαία τον αδερφό σου στο δρόμο και μου το έδωσε».
Ο αδερφός μου πρέπει να μου το κρατούσε από τότε που ήμαστε μικροί και τον είχα δέσει μ’ ένα χοντρό καλώδιο στο αναμμένο καλοριφέρ επειδή τον ζήλευα. Σημείωσα νοερά στο μυαλό μου να τον αφαλοκόψω την επόμενη φορά που θα τον έβλεπα.
«Σου συμβαίνει κάτι;» ρώτησα.
«Χτύπα ξύλο! Τι να μου συμβαίνει; Είπα μήπως ήθελες να πιούμε ένα καφεδάκι».
«Στον ύπνο σου μ' έβλεπες; Δεν μπορούσες να με πάρεις αύριο;»
«Μα τώρα θέλω να πιούμε το καφεδάκι».
«Στις τρεις το πρωί; Έπειτα από εφτά χρόνια;»
«Μην κολλάς σε λεπτομέρειες».
«Δεν πίνω καφεδάκια μες στ’ άγρια μεσάνυχτα. Με πιάνει εκνευρισμός».
«Θα φροντίσω να σου περάσει».
«Δεν το ‘πιασα αυτό».
«Λέω… Θα φροντίσω να σου περάσει ο εκνευρισμός».
«Αυτό το άκουσα. Με ποιο τρόπο θα το καταφέρεις δεν κατάλαβα».
«Έλα που δεν κατάλαβες…»
«Είναι περασμένη ή ώρα, δεν παίρνω στροφές. Εξήγησέ μου».
«Ε, να, θα σου κάνω αγκαλίτσες».
«Εννοείς ότι θες να γαμηθούμε;» Άκου… αγκαλίτσες.
«Μα πώς μιλάς έτσι; Είναι ανάγκη να είσαι τόσο ωμή;»
«Με συγχωρείς. Η ζέστη, τα λόγια του παπά… Εννοείς ότι θες να κάνουμε έρωτα;»
«Γιατί όχι; Εμείς οι δύο έχουμε μια ιστορία».
«Τι ιστορία, ρε Γιωργάκη; Πριν από εφτά χρόνια είχαμε πάει διακοπές εγώ, ο αδερφός μου, η κοπέλα του, εσύ, και η φίλη μου η Βάσω, και πηδήχτηκες με τη Βάσω».
«Ναι, αλλά μου είχες πει ότι με συμπαθούσες».
Εμ… Δε σκέφτομαι προτού ανοίξω το ρημάδι μου.
«Ε, και;»
«Τι ‘ε, και;’ Έτσι αρχίζουν όλα. Από τη συμπάθεια».
«Έχουν περάσει εφτά χρόνια από τότε».
«Τι σημασία έχουν εφτά χρόνια;»
«Μπροστά στην αιωνιότητα;»
«Όχι, μπροστά στην καύλα».
«Μα πώς μιλάς έτσι; Είναι ανάγκη να είσαι τόσο ωμός;» τον ειρωνεύτηκα, όμως ο Γιωργάκης ήταν αποφασισμένος.
«Δεν το θέλω… Με ανάβεις».
«Τι σε άναψε απ’ αυτά που είπα; Από κλινικό ενδιαφέρον ρωτάω».
«Άρχισες τα τρελά σου, ε; Να, αυτό μ’ ανάβει. Που είσαι τσαούσα».
«Ε, άμα σ’ ανάβει αυτό, να σου πω μερικές χριστοπαναγίες, να χαϊδευτείς, να τελειώνουμε».
«Τι να κάνω;»
«Να μαλακιστείς, να τον παίξεις… πώς το λένε;»
«Έχεις αλλάξει πολύ, το ξέρεις; Δε μιλούσες έτσι εσύ».
«Πού να με δεις κιόλας».
«Τι εννοείς;»
«Εννοώ ότι από τότε που με ήξερες έχω πάρει τριάντα κιλά».
«Δε με νοιάζει. Λυχνίας σβησθείσης πάσα γυνή ομοία».
Να και παροιμίες ο Γιωργάκης!
«Πάλι καλά που δεν είπες ότι μόνο ο εσωτερικός κόσμος μετράει».
«Με δουλεύεις;»
«Όχι. Πώς σου ‘ρθε τώρα αυτό
«Άσε τ’ αστεία και πες μου. Να ‘ρθω;»
«Όχι».
«Τι όχι;»
«Όχι, να μην έρθεις».
«Δηλαδή τώρα μου λες ότι δεν θες να έρθω;»
«Ναι, τώρα σου λέω ότι δεν θέλω να έρθεις».
«Δηλαδή αρνείσαι;»
«Αρνούμαι, ναι».
«Να μην έρθω δηλαδή;»
«Γιωργάκη, μιλάμε σαν τους πρωταγωνιστές του Φώσκολου. Τελευταία φορά. Δε θέλω να έρθεις».
«Γιατί;»
«Έχω γκόμενο, ρε παιδάκι μου, πώς το λένε;»
«Είναι καλύτερος από μένα;»
«Ναι, είναι καλύτερος από σένα».
«Αποκλείεται».
«Ε, άμα σου λέω…»
«Άμα με δοκιμάσεις θ’ αλλάξεις γνώμη».
«Μόνο τη φέτα δοκιμάζω, Γιωργάκη. Όχι τους άντρες».
«Και πού είναι τώρα ο γκόμενός σου;»
«Στο σπίτι του».
«Άμα ήταν καλός θα τον είχες στο κρεβάτι σου».
Πόση υπομονή να κάνει ένας άνθρωπος;
«ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟ ΘΑ ΣΟΥ ΔΩΣΩ, ΡΕ;» γκάριξα σαν τη Σαπφώ Νοταρά.
«Πω πω πω! Πώς κάνεις έτσι; Πολλά νεύρα βλέπω. Μήπως έχεις τα ρούχα σου
«Ε, ΝΑΙ, ΕΧΩ ΤΑ ΡΟΥΧΑ ΜΟΥ!» Τις ευκαιρίες πρέπει κανείς να τις αρπάζει απ’ τα μαλλιά.
«Ηρέμησε, κορίτσι μου… Γιατί δε μου το ‘λεγες από την αρχή και μου τσαμπούναγες για γκόμενους και κολοκύθια; Σιγά μην άντεχε γκόμενος μαζί σου».
«Ξέρεις να μιλάς σε μια γυναίκα».
«Έλα τώρα! Φίλοι είμαστε, ας μην κρυβόμαστε. Πάντως έπρεπε να μου το πεις. Εγώ σέβομαι τα γυναικεία θέματα. Θα σ’ αφήσω να ξεκουραστείς και θα σε πάρω σε καμιά βδομάδα. Σύμφωνοι;»
Δόξα σοι, ο Θεός ημών, δόξα σοι!
«Σύμφωνοι».
«Καληνύχτα, μωράκι μου».
«Καληνύχτα!» είπα και κατέβασα το ακουστικό.
Να μην ξεχάσω να τηλεφωνήσω το πρωί στον ΟΤΕ για να μου αλλάξουν το νούμερο, σκέφτηκα και γύρισα πλευρό.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Απορία

Παρασκευή, Ιουνίου 24, 2005
Μετά τον Μητροπάνο που αναρωτιόταν πού πουλάν' καρδιές, ήρθε η σειρά μου. Πού πουλάν' ζωή, βρε παιδιά; Get a life από δω, get a life από κει, get a life παραπέρα. Επιτέλους πείτε και σε μένα, τον φτωχό συμπέθερο, πού την πουλάνε τη ρημάδα.

"Όλοι γαμάνε σ' αυτή την πόλη, κι εγώ τρώω πατατάκια".

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Ο πόλεμος αρχίζει - Part 2 (ζα)

Πέμπτη, Ιουνίου 23, 2005
Πώς είπατε; Μας τα έχωσε ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος; Σιγά τον πολυέλαιο! Πού να δείτε τι μας σέρνουν άλλοι.

* Με το μαλακό τα υπογλώσσια. Ένα αρκεί.

Ανανέωση: Μετά τις τρομερές αποκαλύψεις του Ανωνύμου για την ταυτότητα του Πιτσιρίκου, άλλη μία που θα σοκάρει:

Έχει σχέση ο Πιτσιρίκος με το θάνατο του Χόφα;

Η απάντηση στο σχόλιο νο 12.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Αιέν Αριστεύειν

Τρίτη, Ιουνίου 21, 2005
Από το Tchotchke το περίμενα, απ΄ αλλού το πήρα το βραβείο (βλ. κατηγορία Blogs). Όπως είπα και στους ιδιοκτήτες του site, επόμενος στόχος μου το Χρυσό Βατόμουρο.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Μπλογκόσφαιρα ή blogόσφαιρα;

Κυριακή, Ιουνίου 19, 2005
Στο σοβαρό αυτό ερώτημα την καλύτερη απάντηση έδωσε ο Γιώργος από το Reality Τape, στο blog του ManifestoGR:

"Μπλογκοκενωνία λέγεται, παιδιά, μπλογκοκενωνία".

Εννοείται πως θα τον αντιγράψω στεγνά.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Ανώνυμοι κι Επώνυμοι

Σάββατο, Ιουνίου 18, 2005


Διαβάζοντας ένα post του Ναυτίλου για ένα σχόλιο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου σχετικά με την ανωνυμία στο Ίντερνετ, ήρθε στο μυαλό μου μια παροιμία που έλεγε ο παππούς μου: "Του κυρ-Παναγή τα λόγια, του γαϊδάρου οι πορδές". Όπου, ανάλογα την περίσταση, τη θέση του κυρ-Παναγή έπαιρνε ο εκάστοτε μπαρουφολόγος, του οποίου τα λόγια είχαν την αξία των πορδών του γαϊδάρου. Αυτή είναι η άποψή μου και για τα μουλιασμένα στη χολή σχόλια των ιντερνετικών ανωνύμων. Όπως οι πορδές, αφήνουν την προσωρινή μπόχα τους κι έπειτα χάνονται στη λήθη. Πόση σημασία να τους δώσει κανείς;

Για το ίδιο θέμα διαβάστε στα blogs Για σκέψου και Σπιτάκι.

Ανανέωση: Μετά το μπουρ-μπουρ και το μουρ-μουρ των τελευταίων ημερών σχετικά με το θέμα, ήρθε άλλο ένα σχόλιο από τον Στάθη Τσαγκαρουσιάνο.

* Μια κι έκανα τη ρημάδα την ανανέωση, άλλαξα και τη φωτογραφία του γαϊδάρου. Ο προηγούμενος ήταν Αμερικανός, ο τωρινός είναι του παππού μου. Δεν ήταν κρίμα κι άδικο να μην τον βάλω;

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Επιθυμία

Τετάρτη, Ιουνίου 15, 2005
Ίσως λόγω επαγγέλματος, ίσως λόγω διαστροφής, έχω μανία με τα λεξικά. Κάθε φορά που πηγαίνω ν΄αγοράσω βιβλία, σκαλίζω στα ράφια για περίεργα λεξικά. Όταν ήμουν μικρή έψαχνα σ΄ όποιο λεξικό έπεφτε στα χέρια μου τις λέξεις "κώλος", "μουνί" και "καυλί". Τι σχέση έχουν αυτά τα δύο γεγονότα; Έχουν. Γιατί θα ήθελα να βρω κάποτε σ' ένα ράφι το Λεξικό της Πούτσας. Θα περιέχει όλες τα αισχρόλογα, από τα πιο συνηθισμένα μέχρι τα πιο σπάνια. Κάνας λεξικογράφος εκεί έξω;


* Και ναι... πού να σφίξουν και οι ζέστες.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Χρόνια Πολλά!

Τρίτη, Ιουνίου 14, 2005



Να ζήσεις, Ξενούλα, και Χρόνια Πολλά,
μεγάλη να γίνεις με άσπρα μαλλιά.
Παντού να σκορπίζεις της γνώσης το φως
και όλοι να λένε "να μία σοφός"!*




* Άκου "να μία σοφός"! Μου θυμίζει το "ξηροί καρποί θέλετε;".

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα

Οι εντιμότατοι φίλοι μου

Δευτέρα, Ιουνίου 13, 2005

Σίδερα μασάει ο Κουταλιανός,
τρένα σταματάει ο Κουταλιανός,
πέτρες ροκανίζει ο Κουταλιανός,
και βουνά γκρεμίζει ο Κουταλιανός...

Μπορεί ο Κουταλιανός να ροκανίζει πέτρες, εγώ όμως τις κατουράω. Τις τελευταίες μέρες έχω κατουρήσει τόσο γαρμπίλι ώστε σκέφτομαι ν’ ανοίξω μάντρα με υλικά οικοδομών, τουλάχιστον να πιάσουν τόπο οι πόνοι και η ταλαιπωρία. Δεν έχω όρεξη να εργαστώ (αυτό το γράφω γιατί ξέρω ότι με διαβάζουν κάποιοι από τους δύστυχους που μου δίνουν δουλειά), δεν έχω κέφι να μιλήσω σε κανέναν και να βγω έξω (αυτό το γράφω γιατί ξέρω ότι με διαβάζει κόσμος που δε με βρίσκει στα τηλέφωνα), δεν έχω διάθεση ν’ ασχοληθώ με το blog και να κάνω αυτά που από καιρό θέλω, δηλαδή να βάλω καινούρια links, να βγάλω όσα μας άφησαν χρόνους, και να τελειώσω επιτέλους εκείνο το ρημάδι το Μέρος Β΄ για τον Φιντέλ (αυτό το γράφω μπας και το διαβάσω εγώ και συνέλθω).

Τουλάχιστον κατάφερα να επιστρατεύσω λίγη καλή διάθεση για να διαφημίσω τους φίλους μου –που τόσο καιρό με ανέχονται: τη DiS, που δε χρειάζεται διαφήμιση, την Τύπος Νυχτερινός (πώς λέμε η Μήτσος;), που δεν έχει πολύ καιρό στη μπλογκόσφαιρα, και τον Violent Unknown Event, καινούριο στο χώρο, που πρέπει οπωσδήποτε να προμοτάρω γιατί γράφει για μένα και σκέφτομαι να τον κάνω προσωπικό μου βιογράφο. Διαβάστε τους.

buzz it!


Kι άλλο, κι άλλο!
έκραξε Η Κουρούνα